Παναθηναϊκός - Ολυμπιακός 8-2
Το δεύτερο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα έφτανε στο τέλος του. Αντίπαλοι στη διεκδίκηση του πρώτου τους τίτλου, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός. Ο κάτοχος του τροπαίου Άρης Θεσσαλονίκης είχε τεθεί νοκ άουτ.
Οι οπαδοί του Ολυμπιακού είναι τόσο σίγουροι για την ανωτερότητα της ομάδας των Ανδριανοπουλαίων, που φθάνουν εν πομπή στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, κρατώντας ένα φέρετρο. Σ' αυτό θα κήδευαν τον Παναθηναϊκό, μετά το τέλος του ντέρμπι.
Το τριφύλλι, που προπονούσε ο ούγγρος Γιόζεφ Κίνσλερ, μιλά μέσα στο γήπεδο. Συντρίβει τον μεγάλο του αντίπαλο με 8-2. Το αστέρι της ομάδας Άγγελος Μεσσάρης επιτυγχάνει δύο γκολ και οι φίλοι του Παναθηναϊκού σκαρώνουν το δίστιχο «Βάλαμε οχτώ στον Ολυμπιακό και τέσσερα στον Άρη, γεια σου Άγγελε Μεσσάρη!».
Αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα, το φέρετρο διαλύεται και τα κομμάτια του θα χρησιμεύσουν για τα επεισόδια που ακολουθούν, τα πρώτα ίσως καταγεγραμμένα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Ο Παναθηναϊκός νικά και στον επαναληπτικό με 2-1 και κατακτά το πρώτο του πρωτάθλημα, αλλά θα κάνει 20 χρόνια για να ξαναδεί τίτλο.
Τα γκολ του αγώνα σημειώθηκαν κατά σειράν: 10' Συμεωνίδης, 20' Μεσσάρης, 25' Μεσσάρης, 30' Συμεωνίδης, 53' Πιερράκος, 56' και 59' Γιώργος Ανδριανόπουλος (Ολυμπιακός), 72' Κουράντης (αυτογκόλ), 76' Μηγιάκης και 81' Πιερράκος
Οι 11 του Παναθηναϊκού, που έγραψαν ιστορία: Αργυράκης, Σ. Πιεράκος, Βασιλείου, Ανδρίτσος, Κ. Μπαλτάσης, Υποφάντης, Μηγιάκης, Μεσσάρης, Συμεωνίδης, Δ. Μπαλτάσης και Δ. Πιεράκο


Στις αρχές του 1740, επιδημία πανώλης μάστιζε την δυτική ηπειρωτική Ελλάδα. Την άνοιξη του 1743 ένα πλοίο από το Μεσολόγγι μετέφερε στα αμπάρια του μαζί με τα εμπορεύματα και τον θανατηφόρο βάκιλο της νόσου στο λιμάνι της Μεσσήνης (Μεσίνα) στην Σικελία. Αν και η Ιταλική χερσόνησος είχε δοκιμασθεί από επιδημία πανώλης το 1720 και οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές, τα μέτρα ασφαλείας στο ιταλικό λιμάνι φαίνεται πως δεν ήταν επαρκή, με αποτέλεσμα να μολυνθεί, πολύ γρήγορα, ένα μεγάλο μέρος της πόλης και να βρει το θάνατο ένα, εξίσου μεγάλο, μέρος του πληθυσμού της.
Αμέσως μετά την εκδήλωση του λοιμού τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στην Μεσσήνη, αναχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Ένα από αυτά έφθασε στην Λευκάδα (Σάντα Μάουρα εκείνα τα χρόνια), που βρισκόταν υπό ενετική κατοχή. Αμέσως μετά την προσόρμισή του εκδηλώθηκαν και τα πρώτα θανατηφόρα κρούσματα στο νησί. Στον επόμενο μήνα οι νεκροί είχαν φθάσει τους 780. Οι αρχές του νησιού αιφνιδιάστηκαν και άργησαν να αντιδράσουν.
Όταν ξεκίνησαν να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα (λοιμοκαθαρτήριο, υγειονομική ταφή νεκρών κ.α), το κακό άρχισε σταδιακά να υποχωρεί από το φθινόπωρο του 1743. Σε επιστολή του προς τον Δόγη της Βενετίας, ο ενετός αξιωματούχος στο νησί Αντόνιο Μόρο υπογράμμιζε, μεταξύ των άλλων, υπογράμμιζε πως ο καθαρός αέρας της περιοχής, που είχε επιλεγεί για τη μεταφορά των ασθενών, σε συνδυασμό με τη σωστή διατροφή, συνέβαλαν καθοριστικά στην σύντομη ανάρρωση των πανωλόβλητων. Τελικά, όλα εξελίχθηκαν σχετικά ομαλά και το νησί κηρύχθηκε ελεύθερο από κάθε υποψία πανώλης στις 10 Ιουνίου του 1744. Συνολικά τον ένα χρόνο που κράτησε η επιδημία στην Λευκάδα πέθαναν 1800 άνθρωποι, σχεδόν το ένα τρίτο των κατοίκων του νησιού.
Κατά την διάρκεια του λοιμού η τοπική εκκλησία δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Τον Αύγουστο του 1743, ο ιερομόναχος Ματθαίος μετέφερε στη Λευκάδα την κάρα του Αγίου Βησσαρίωνος, Αρχιεπισκόπου Λαρίσης, που βρισκόταν στην μονή Δουσίκου, κοντά στα Τρίκαλα. Οι επιζήσαντες Λευκαδίτες αναγνώρισαν ότι σώθηκαν από την φοβερή ασθένεια χάρη στη βοήθεια του Αγίου και προς τιμήν του ανήγειραν ναό στο χώρο, όπου είχε στηθεί προηγουμένως το λοιμοκαθαρτήριο. Η περιοχή εκείνη μέχρι σήμερα ονομάζεται Αγία Κάρα. Η “ανάμνησης του θαύματος απαλλαγής της νήσου Λευκάδος εκ της πανώλου νόσου κατά το έτος 1743”, τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο την 1η Ιουνίου.