ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1913 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Αλέκος Σακελλάριος
1913 – 1991

Αλέκος Σακελλάριος


Αλέκος Σακελλάριος: Κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου του 1913. Σπούδασε νομικά και ξεκίνησε την πολυσήμαντη καριέρα του ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Μαθητής». Η πένα του δημοσιογράφου δεν σταμάτησε να τον συντροφεύει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, αφού αρθρογραφούσε και κρατούσε μόνιμη στήλη χρονογραφήματος σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες για περίπου 60 χρόνια.
Γρήγορα άρχισε ν’ ασχολείται με τη συγγραφή θεατρικών έργων και κειμένων για επιθεωρήσεις, ξεκινώντας το 1935 με το «Βασιλιά του Χαλβά», που ανέβασε ο θίασος του Πέτρου Κυριακού στο θέατρο «Κοτοπούλη». Πολυγραφότατος, στο θέατρο έγραψε 185 έργα, πολλά απ’ τα οποία είναι καρποί της ευδόκιμης συνεργασίας του με το Χρήστο Γιαννακόπουλο.
Αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής, το 1946 ξεκίνησε εξίσου λαμπρή καριέρα και στον κινηματογράφο, σκηνοθετώντας ύστερα από παράκληση του
Φιλοποίμενα Φίνου την ταινία «Παπούτσι από τον τόπο σου», σε σενάριο δικό του και του Χρήστου Γιαννακόπουλου.
Γρήγορα διέπρεψε και στον τομέα του κινηματογράφου, μεταφέροντας αρχικά τα ήδη δοκιμασμένα στη σκηνή θεατρικά του έργα και αργότερα με ταινίες που βασίζονταν σε αυτούσια κινηματογραφικά του σενάρια, ταινίες που αποτέλεσαν σταθμό εμπορικότητας, («Λατέρνα φτώχια και φιλότιμο», «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Η θεία απ’ το Σικάγο» κ.ά.) και ανέδειξαν τους γνωστότερους σήμερα ηθοποιούς του κινηματογράφου (
Τζένη Καρέζη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, κ.ά.).
Έγραψε στίχους αμέτρητων τραγουδιών, που είχαν ως αφετηρία τη θεατρική σκηνή, αλλά γρήγορα αποκτούσαν πανελλήνια εμβέλεια («Άστα τα μαλλάκια σου...», «Πάμε σαν άλλοτε», «Πού να’ σαι τώρα», «Το τραμ το τελευταίο», «Ο Ταμπαρίφας» κ.ά.). Περίπου 1.500 τραγούδια φιλοξενούν τους στίχους του, ανάμεσά τους κι αυτά που ξεκινούσαν την πορεία τους από το πανί της μεγάλης οθόνης και συγκεκριμένα από τις ταινίες του («Γαρύφαλλο στ’ αυτί», «Πες μου μία λέξη», «Τράβα μπρος», «Αστο το χεράκι σου», «Νιάου-νιάου βρε γατούλα», «Υπομονή» κ.ά.).
Η πορεία του φυσικά δεν σταμάτησε εδώ. Προσέγγισε το χώρο της τηλεόρασης από το πειραματικό της ακόμη στάδιο και υπήρξε ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης πάνω από 40 τηλεοπτικών κωμωδιών («Δόκτωρ Τικ», «Μία Αθηναία στην Αθήνα» κ.ά.), ενώ παράλληλα παρουσίαζε μόνιμες ψυχαγωγικές εκπομπές («Εγώ κι εγώ», «60 λεπτά χωρίς λεπτά», «Μόνο για σας», «Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα», «Η παλιά επιθεώρηση», κ.ά.).
Τιμήθηκε με το «Έπαθλο Ξενόπουλου» για τα θεατρικά του έργα «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (αργότερα ταινία με πρωταγωνιστές τους
Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Βύρωνα Πάλλη), «Ένα βότσαλο στη λίμνη» (αργότερα ταινία με πρωταγωνιστή τον αξεπέραστο Βασίλη Λογοθετίδη και πολλά χρόνια μετά ρημέϊκ με τίτλο «Ο Σπαγγοραμένος» με πρωταγωνιστή τον Λάμπρο Κωνσταντάρα), ενώ η ταινία του «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» ψηφίστηκε ως η καλύτερη ταινία της πενταετίας 1955-60, κατά τη διάρκεια της α’ εβδομάδας του Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη (μαζί με τη Στέλλα και το Δράκο).
Η αφηγηματική του δεινότητα στην ενθύμηση παλιών και αξέχαστων στιγμών αποτυπώθηκε στις σελίδες του βιβλίου του «Λες κι ήταν χθες» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη).
Δημιουργικός και δραστήριος, χρονογραφούσε μέχρι το τέλος της ζωής του, που ήρθε στις
28 Αυγούστου του 1991.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/175#ixzz3IPlHJupm


Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1957

Νίκος Καζαντζάκης
1883 – 1957

Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Καζαντζάκης: Μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τεράστιο σε όγκο, αλλά και σε ευρύτητα έργο. Κέρδισε παγκόσμια φήμη μεταθανάτια από τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματός του Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964.
Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας.

Με τον Αγγελο Σικελιανό (δεξιά)Ο Νίκος Καζαντζάκης
Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 στο Ηράκλειο της Κρήτης, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και καταγόταν από τους Βαρβάρους, όπου σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη. Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην γενέτειρά του και τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1902 για να σπουδάσει νομικά. Το 1906 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με το δοκίμιο «H Αρρώστια του Αιώνος» και το πρώτο του μυθιστόρημα «Όφις και Kρίνο». Το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στα νομικά, στο Παρίσι. Παράλληλα, παρακολούθησε τις διαλέξεις του υπαρξιστή φιλόσοφου Ανρί Μπερξόν και μελέτησε το έργο του Νίτσε. Και οι δύο αυτοί φιλόσοφοι άσκησαν τεράστια επίδραση πάνω του. Το 1907 ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα και μυείται στον τεκτονισμό. Το 1909, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εκδίδει τη διδακτορική διατριβή του «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας». Κερδίζει το ψωμί του από τις μεταφράσεις και συζεί με τη συμπατριώτισσά του διανοούμενη Γαλάτεια Αλεξίου. Συμμετέχει στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, της σημαντικότερης ομάδας πίεσης για την καθιέρωση της Δημοτικής.
Μέσω του σωματείου αυτού συνδέθηκε φιλικά το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή, ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπερξόν. Με τον Σικελιανό ονειρεύονται τη δημιουργία μιας νέας θρησκείας.
Τον Οκτώβριο του 1916 πραγματοποιεί το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα. Ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει ένα συμβόλαιο για την αποκομιδή ξυλείας από το Άγιο Όρος. Τον επόμενο χρόνο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο και προσλαμβάνει έναν εργάτη ονόματι Γιώργη Ζορμπά. Οι εμπειρίες αυτές θα μετουσιωθούν αργότερα στο μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που αναφέρεται στη φιλία ενός διανοούμενου μ' έναν πρωτόγονο λαϊκό άνθρωπο, γεμάτο όρεξη για ζωή. Ο χαρακτήρας του Ζορμπά είναι η προσωποποίηση της μπερξονικής ιδέας της «ζωικής ορμής». Το 1918 γνωρίζει και συνδέεται αισθηματικά με την Έλλη Λαμπρίδου.
Από τα νεανικά του χρόνιαν ο νους του Καζαντζάκη είναι ανήσυχος, η ψυχή του βασανίζεται από αγωνίες και από προβλήματα θεμελιακά, μια αγωνία μεταφυσική και υπαρξιακή, όπως τονίζουν οι μελετητές του έργου του. Ανησυχίες θρησκευτικές τυραννούν τον άπιστο αυτό νιτσεϊστή. Ιδιαίτερα η μορφή του Χριστού –«αυτή η ένωση, η τόσο μυστηριώδης και τόσο πραγματική του ανθρώπου και του Θεού», όπως γράφει σ' ένα γράμμα του– τον παρακολουθεί σαν έμμονη ιδέα από τα νεανικά του χρόνια ως το τέλος της ζωής του.

Σε ένα διάλειμμα της συγγραφικής δραστηριότητας του Καζαντζάκη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διορίζει το 1919 Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες αυτές αξιοποιούνται πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», με θέμα την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού, σ' ένα ελληνικό χωριό της Ανατολής. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη, ξεκινώντας τη δική του Οδύσσεια σε όλο τον κόσμο. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τον Βουδισμό. Επισκέφτηκε, ακόμα, τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Στο Βερολίνο, ο Καζαντζάκης μυήθηκε στις κομμουνιστικές ιδέες κι έγινε θαυμαστής του Λένιν. Ποτέ, όμως, δεν έγινε πιστός κομουνιστής. Την εποχή εκείνη τα εθνικιστικά του ιδεώδη αντικαταστάθηκαν από μια πιο διεθνιστική ιδεολογία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε, επίσης, αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, στην Παλαιστίνη, στην Κύπρο και στην Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων «Ελεύθερος Λόγος» και «Καθημερινή». Το 1924 γνώρισε την Ελένη Σαμίου και το 1926 χώρισε τη γυναίκα του Γαλάτεια.
Το Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα, με σκοπό την ολοκλήρωση του πιο φιλόδοξου έργου του, της «Οδύσσειας». Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου («Ταξιδεύοντας») , ενώ το περιοδικό του Δημήτρη Γληνού «Αναγέννηση» δημοσίευσε το φιλοσοφικό του έργο «Ασκητική», ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του Καζαντζάκη, στο οποίο εκφράζει τη μεταφυσική πίστη του. Ο ίδιος θεωρούσε την «Ασκητική» ως το σπόρο για όλο το κατοπινό έργο του. Στις
11 Ιανουαρίου 1928 μιλά στην Αθήνα με θέμα τη Σοβιετική Ένωση, μαζί με τον φίλο του συγγραφέα Παναίτ Ιστράτι, εξυμνώντας το σοβιετικό μοντέλο. Για την οργάνωση αυτής της ομιλίας στο θέατρο «Αλάμπρα», η οποία κατέληξε σε μία ανοιχτή διαδήλωση, τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής Δημήτριος Γληνός διώχθηκαν δικαστικά, ωστόσο η δίκη τους τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ο δε Ιστράτι απειλήθηκε με απέλαση. Tον Aπρίλιο, ο Kαζαντζάκης ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση. Το Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα της Tσεχοσλοβακίας, όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά, τα μυθιστορήματα «Toda-Raba» και «Kapetan Elia», προάγγελο του «Καπετάν Μιχάλη». Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος «Toda-Raba» κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός Γαλλοελληνικού λεξικού για βιοποριστικούς λόγους. Μετέφρασε, ακόμα, τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη κι έγραψε ένα μέρος των ωδών που αργότερα ενσωματώθηκαν στις «Τερτσίνες» (1960). Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Kίνα, εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα, ενώ ως απεσταλμένος της «Καθημερινής» κάλυψε τον Ισπανικό Εμφύλιο (1936). Το 1938 ολοκλήρωσε την «Οδύσσεια», ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της ομηρικής «Οδύσσειας», αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες. Για το έργο αυτό, ο Καζαντζάκης εργαζόταν για δεκατρία χρόνια και πριν από την τελική του μορφή, προηγήθηκαν οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Το ποίημα ξεκινά από την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και αποτελεί μια νέα περιπλάνηση του ανικανοποίητου ήρωα, που προσπαθεί να κατακτήσει την «πλέρια λευτεριά». Ο Καζαντζάκης θέλησε να γράψει το έπος του σύγχρονου ανθρώπου, γι' αυτό θεωρούσε την «Οδύσσεια» ως το σπουδαιότερο έργο του. Το ίδιο διάστημα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ γράφει στα γαλλικά το μυθιστόρημά του «Le Jardin des Rochers» («Ο Βραχόκηπος»), αντλώντας στοιχεία από τις πρόσφατες εμπειρίες του από την Άπω Ανατολή.

Κατά την περίοδο της κατοχής, ο Καζαντζάκης παρέμεινε στην Αίγινα και συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για τη μετάφραση της ομηρικής «Ιλιάδας». Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή. Διετέλεσε πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνησης του
Σοφούλη, από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Το Νοέμβριο του 1945 παντρεύεται την πιστή του σύντροφο Ελένη Σαμίου.
Το 1946, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών πρότεινε τον Kαζαντζάκη μαζί με τον Σικελιανό για το Βραβείο Nόμπελ. Η υποψηφιότητά του, όμως, πολεμήθηκε από συντηρητικούς και αντιδραστικούς πολιτικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στην UNESCO, αναλαμβάνοντας ως αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε, τελικά, το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για το σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία δημιούργησε τις μεγάλες μυθιστορηματικές του συνθέσεις. Το 1952 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι, ωστόσο τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει στην Αντίμπ, στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία επιχειρούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα του «Kαπετάν Mιχάλη» (αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα για το Ηράκλειο της παιδικής του ηλικίας) και του «Τελευταίου Πειρασμού» (μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Χριστό, που παλεύει μεταξύ της θείας και ανθρώπινης Φύσης του), που δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της Εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Τελικά, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Ο «Τελευταίος Πειρασμός» συμπεριλήφθηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index, με τη φράση του χριστιανού απολογητού Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Στις αρχές του 1954 δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που ανακηρύχθηκε το καλύτερο ξένο βιβλίο εκείνης της χρονιάς. Το 1955 ανέλαβε μαζί με τον Κακριδή την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, με προσωπικά τους έξοδα, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο «Τελευταίος Πειρασμός». Τη χρονιά αυτή αρχίζει να γράφει στο Λουγκάνο της Ελβετίας το έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο», την πνευματική του αυτοβιογραφία. Έπειτα από ένα δεύτερο ταξίδι στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης, επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του και νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη και το Φράιμπουργκ. Πέθανε στις
26 Οκτωβρίου του 1957, σε ηλικία 74 ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αλλά η Εκκλησία της Ελλάδας αρνήθηκε να την εκθέσει σε προσκύνημα. Η σορός του μεταφέρθηκε και εκτέθηκε στον μητροπολιτικό ναό του Ηρακλείου, χωρίς εκκλησιαστική τελετή. Οι συμπατριώτες του τον τίμησαν ιδιαιτέρως και τον έθαψαν σ' ένα προμαχώνα των βενετσιάνικων τειχών του Ηρακλείου. Στον τάφο του, χαράχθηκε η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».
Μυθιστορήματα: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946)
Ο Καπετάν Μιχάλης (1953)
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1954)
Ο Τελευταίος Πειρασμός (1955)
Ο φτωχούλης του Θεού (1956)
Τόντα Ράμπα (1956)
Ο Βραχόκηπος (1960)
Αναφορά στον Γκρέκο (1961)
Οι αδερφοφάδες (1963)
Ποιήματα: Οδύσσεια (1938)
Τερτσίνες (1960)
Θεατρικά:Προμηθέας
Κούρος
Οδυσσέας
Μέλισσα
Χριστός
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Νικηφόρος Φωκάς
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος
Καποδίστριας
Χριστόφορος Κολόμβος
Σόδομα και Γόμορα
Βούδας
Μεταφράσεις: Ιλιάδα
Οδύσσεια
Θεία Κωμωδία του Δάντη
Φάουστ του Γκαίτε
Ταξιδιωτικά:Ταξιδεύοντας (1927)
Τι είδα στη Ρουσία (1928)
Ισπανία (1937)
Ιαπωνία - Κίνα (1938)
Αγγλία (1941)
Φιλμογραφία:«Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει» (1956), ταινία του
Ζιλ Ντασέν, βασισμένη στο μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.
«Αλέξης Ζορμπάς» (1964), σε σκηνοθεσία Μιχάλη Γεωργιάδη.
«Ο τελευταίος πειρασμός» (1988), σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε.
«Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (1975), τηλεοπτική παραγωγή της ΕΡΤ σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη. 





 
 
 
 
 
 
 

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1927

Κώστας Ταχτσής
1927 – 1988

Κώστας Ταχτσής
Κώστας Ταχτσής: Ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το μοναδικό μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι», που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Ο πατέρας του Γρηγόριος και η μητέρα του Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.
Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δύο χρόνια. Είχε προηγηθεί μία αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, χωρίς επιτυχία, λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε ως το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» και ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η συλλογή «Τα μικρά ποιήματα». Τα δύο αυτά έργα του τα αποκήρυξε σιωπηλά αργότερα. Μέχρι το 1956 κυκλοφόρησε τρεις ακόμα ποιητικές συλλογές: «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), «Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και «Καφενείον το Βυζάντιον» (1956). Η ποίησή του κινείται στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο και Ανδρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας.
Από την άνοιξη του 1956 έως τον Δεκέμβρη του 1964 περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου (Γερμανία, Αυστρία, Αφρική, Αυστραλία), με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, εργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας του Τζιν Νεγκουλέσκο «Το παιδί και το δελφίνι», που γυρίστηκε στην Ύδρα το 1956, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του κλασσικού πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία.
Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε «Το Τρίτο στεφάνι», το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκεί παραμονής του και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Το μοναδικό του μυθιστόρημα γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ από το αναγνωστικό κοινό, ως ένας πιστός και αληθινός πίνακας της νεοελληνικής ζωής.
Την ίδια χρονιά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967) πρωτοστάτησε στην αντιστασιακή έκδοση των «18 Κειμένων» Ελλήνων συγγραφέων κατά της λογοκρισίας (1971). Τη δεκαετία του '70 εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Τα Ρέστα» (1972) και «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (1979). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο.
Ο Ταχτσής είχε να παρουσιάσει και πλούσιο μεταφραστικό έργο. Μετέφρασε έργα συγγραφέων, όπως τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιπο, καθώς και πολλές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Για τη μεταφραστική του εργασία στον Αριστοφάνη είχε επικριθεί από την κριτική για πολλές μεταφραστικές ελευθεριότητες και αυθαιρεσίες.
Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια κάτω από άγνωστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό στις 25 Αυγούστου 1988, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, σε ηλικία 61 ετών. Το έγκλημα παραμένει ακόμα ανεξιχνίαστο και ο δράστης του ασύλληπτος. Ο γνωστός δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα» υποστηρίζει ότι τον Ταχτσή τον σκότωσε ο τελευταίος του πελάτης, όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα, αλλά με άντρα.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1923

Στέφανος Δραγούμης
1842 – 1923

Στέφανος Δραγούμης
Στέφανος Δραγούμης: Έλληνας πολιτικός, νομικός και συγγραφέας. Διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας το 1910.
Ο Στέφανος Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1842 και ήταν γιος του Κωνσταντινουπολίτη δημοσιογράφου και πολιτικού Νικολάου Δραγούμη (1809-1879), με καταγωγή από το Βογατσικό της Καστοριάς. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι και έλαβε το διδακτορικό του το 1861. Το 1864 εισήλθε στον δικαστικό κλάδο και έφθασε μέχρι τον βαθμό του εφέτη το 1875. Στενός φίλος του
Χαρίλαου Τρικούπη, διορίστηκε τον Μάιο του 1875 Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα παραιτήθηκε, λόγω διαφωνίας του με τον υπουργό Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλο. Συγχρόνως, παραιτήθηκε και από το δικαστικό σώμα και επιδόθηκε στη δικηγορία. Το 1879 κατήλθε στον πολιτικό στίβο και εξελέγη βουλευτής Μεγαρίδας, υπό τη σημαία του Χαριλάου Τρικούπη. Επανεξελέγη βουλευτής στην ίδια περιφέρεια το 1881, 1885. 1887, 1890 και 1892. Διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών (1886-1889, 1892-1893) και Εσωτερικών (1888-1890) σε κυβερνήσεις του Χαριλάου Τρικούπη. Από το 1899 έπαψε να πολιτεύεται στη Μεγαρίδα και μεταπήδησε στην εκλογική περιφέρεια Αττικοβοιωτίας ως ανεξάρτητος. Εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1899, του 1905 και του 1906. Την περίοδο αυτή υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα, μαζί με τον γιο του, Ίωνα Δραγούμη και τον γαμπρό του Παύλο Μελά. Το 1906 σχημάτισε στη Βουλή την ομάδα των αποκληθέντων «Ιαπώνων» βουλευτών, της οποίας ανέλαβε την αρχηγία. Μετά το στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909) και την παραίτηση της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, ανέλαβε να σχηματίσει μεταβατική κυβέρνηση, με πρόγραμμα τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως για την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864. Υπουργός Στρατιωτικών διορίστηκε ο ηγέτης του κινήματος συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς. Ο Δραγούμης ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 18 Ιανουαρίου 1910 και μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησής του ήταν η αναθεώρηση των μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, η οποία έγινε δεκτή από τη Βουλή στις 18 Φεβρουαρίου. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του δημιουργήθηκε το Υπουργείο Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Στις 17 Μαρτίου διαλύθηκε ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», που οργάνωσε το στρατιωτικό κίνημα, και η χώρα εισήλθε σε τροχιά εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις 8 Αυγούστου 1910, χωρίς να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Στις εκλογές αυτές ο Δραγούμης εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Μετά τη σύγκληση της νέας Βουλής, υπέβαλε την παραίτησή του και στις 6 Οκτωβρίου του 1910 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος πέτυχε να διεξαχθούν αρκετά σύντομα νέες εκλογές (28 Νοεμβρίου 1910), στις οποίες κατήγαγε αληθινό θρίαμβο. Ο Δραγούμης εξελέγη και πάλι ανεξάρτητος βουλευτής Αττικοβοιωτίας και ανέλαβε την προεδρία της Επιτροπής για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο διάστημα των Βαλκανικών Πολέμων διετέλεσε γενικός διοικητής Κρήτης (12 Οκτωβρίου 1912 – 8 Ιουνίου 1913) και στη συνέχεια γενικός διοικητής Μακεδονίας έως τις 23 Σεπτεμβρίου 1913, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του με τον Βενιζέλο. Στις εκλογές του 1915 εξελέγη για τελευταία φορά βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού διετέλεσε υπουργός Οικονομικών των φιλοκωνσταντινικών κυβερνήσεων Ζαΐμη (1915) και Σκουλούδη (1915-1916). Στις εκλογές του 1916 εκλέχθηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης, όπως και στις εκλογές του 1920. Μετά την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου (1917) διώχθηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά απαλλάχθηκε. Από τον γάμο του με την Ελίζα Κοντογιαννάκη απέκτησε 11 παιδιά (6 κορίτσια και 5 αγόρια), με πιο γνωστό τον θεωρητικό του ελληνικού εθνικισμού Ίωνα Δραγούμη (1878-1920). Η μεγαλύτερη κόρη του Ναταλία (1872-1973) είχε παντρευτεί τον ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα Παύλο Μελά. Δισέγγονη του Στέφανου Δραγούμη είναι η γνωστή ηθοποιός Ναταλία Δραγούμη. Για μεγάλο διάστημα διετέλεσε ηγετικό στέλεχος διαφόρων κοινωνικών οργανώσεων. Ως πρόεδρος της επιτροπής Ολυμπίων εγκαινίασε το Ζάππειο Μέγαρο και επέβλεψε τη φύτευση του Ζαππείου Κήπου, του Λόφου του Αρδηττού και του κήπου του Θησείου. Δημοσίευσε πολλές μελέτες νομικού, πολιτικού, φιλολογικού και αρχαιολογικού περιεχομένου σε ελληνικά και ξένα περιοδικά.
Ο Στέφανος Δραγούμης πέθανε στην Κηφισιά στις 17 Σεπτεμβρίου 1923.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/696#ixzz3DbNKrJAE

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος
1843 – 1873

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος
Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος: Έλληνας δικηγόρος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής της λεγόμενης Α' Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 1843 και ήταν γιος του εθνικού ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1866 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της σχολής του με τη διατριβή «Αι περί ποινή θεωρίαι του Πλάτωνος». Εργάστηκε ως δικηγόρος, ενώ παράλληλα μελετούσε από νεαρή ηλικίας αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, καθώς και τη σύγχρονή του λογοτεχνική παραγωγή. Το μεγάλο παράπονό του ήταν ότι λόγω του επαγγέλματός τους, δεν του επαρκούσε ο χρόνος για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία κι έγραφε μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες. Το 1861, σε ηλικία 18 ετών, δημοσίευσε την πρώτη του μελέτη, με τίτλο «Σκέψεις ενός ληστού ή καταδίκη της κοινωνίας», η οποία αναδεικνύει τη φιλελεύθερη και αναρχίζουσα σκέψη του και αποτελεί μία συναρπαστική απολογία για το ληστρικό φαινόμενο στην Ελλάδα της εποχής του. «Ληστής κακούργος! Οι πλούσιοι τους τρέμουσιν, οι πτωχοί τους τιμώσι τις του καταφρονεί; ο νόμος; όχι διότι δεν τους ετιμώρει» γράφει κάπου. Στον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο αποδίδεται το πρώτο μέρος του άρθρου Aναρχία, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φως του Σοφοκλή Kαρύδη στις 9 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου και θεωρείται το πρώτο αναρχικό δημοσίευμα στον τότε ελλαδικό χώρο. Το άρθρο προκάλεσε αντιδράσεις και το φύλλο της εφημερίδας κατασχέθηκε, ενώ το δεύτερο μέρος του δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Το 1868 εξέδωσε την πραγματεία Τα καθήκοντα του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου, που βραβεύτηκε στο Νικοδήμειο διαγωνισμό. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του, δημοσίευσε το ιστορικό σύγγραμμα Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, που χρησιμοποιήθηκε ως σχολικό εγχειρίδιο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η σχέση του με την ποίηση ξεκινά από τα νεανικά του χρόνια. Η πρώτη δημοσίευση έργου του, όμως, έγινε το 1866, όταν βραβεύτηκε στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με την ποιητική συλλογή Στόνοι, στην οποία περιέχεται το πιο γνωστό του ποίημα Ο Φανός του Κοιμητηρίου Αθηνών. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια η συλλογή Χελιδόνες (1867) και τα ποιήματα Ορφεύς (1868) και Πυγμαλίων (1869), που βραβεύτηκαν με πρώτο έπαινο στον ίδιο διαγωνισμό. Ο Παπαρρηγόπουλος έγραψε, επίσης, τους Χαρακτήρες, συλλογή πεζών και έμμετρων διαλογικών κειμένων κοινωνικής κριτικής, καθώς και την πολιτική κωμωδία Συζύγου εκλογή, η οποία γνώρισε επιτυχία στην ελληνική σκηνή, αλλά και μεταφράστηκε και παραστάθηκε στη Γαλλία και την Ιταλία. Το 1865 δημοσίευσε άλλη μια κωμωδία με τίτλο Αγορά. Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση στις 21 Μαρτίου 1873, σε ηλικία μόλις 29 χρόνων. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, καθώς ο ποιητής ήταν αρκετά δημοφιλής στην εποχή του.
Ποιητικά, ο Παπαρρηγόπουλος τοποθετείται μεταξύ των κυριοτέρων εκπροσώπων της Α' Αθηναϊκής Σχολής, της οποίας κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί ο ρομαντισμός. Στο έργο του, το οποίο είναι γραμμένο αποκλειστικά στην καθαρεύουσα, είναι έκδηλος ο ελεγειακός τόνος, συνοδευμένος από μια έντονα μελαγχολική έως απαισιόδοξη διάθεση. Η κριτική τού προσάπτει στόμφο, έλλειψη λυρικής φλέβας και αφρόντιστο στίχο. Από την πλευρά του, ο φιλόλογος Νίκος Πουλόπουλος (καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ του Μόντρεαλ) θεωρεί ότι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος είναι «ανεξήγητα παραμελημένος ποιητής» και υποστηρίζει ότι «η ποίησή του μεταφύτεψε τον λυρικό πεσιμισμό στον
Καρυωτάκη και τον Σεφέρη και σμίλεψε τη φλεγματική ιστορική ποιητική του Καβάφη».
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/691#ixzz3Cl3rCGsW

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 1925 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Μίκης Θεοδωράκης
1925 –

Μίκης Θεοδωράκης
Μίκης Θεοδωράκης Σπουδαίος συνθέτης, πολιτικός και συγγραφέας· από τις σημαντικότερες και πιο πολυσυζητημένες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας.
Ο Μιχαήλ (Μίκης) Θεοδωράκης γεννήθηκε στη Χίο στις
29 Ιουλίου 1925, από πατέρα Κρητικό και μητέρα Μικρασιάτισσα. Λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του πατέρα του (ανώτερος δημόσιος υπάλληλος) πέρασε τα παιδικά του χρόνια μετακινούμενος σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας: Μυτιλήνη (1925-1928), Σύρο και Αθήνα (1929), Ιωάννινα (1930-1932) Αργοστόλι (1933-1936), Πάτρα (1937-1938), Πύργο (1938-1939) και Τρίπολη (1939-1943).
Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ανακαλύψει την αγάπη του για τη μουσική κι έγραψε τις πρώτες του συνθέσεις, ενώ το 1942 εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα, με το ψευδώνυμο Ντίνος Μάης. Το 1943 εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα και συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές, με δάσκαλο τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Παράλληλα, αναπτύσσει αντιστασιακή δράση, μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ. Θα συλληφθεί από τους Ιταλούς και στη φυλακή θα γνωρίσει το έργο του Μαρξ.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) θα εξοριστεί πρώτα στην Ικαρία και στη συνέχεια στη Μακρόνησο. Οι πολιτικές του διώξεις δεν ανακόπτουν το δημιουργικό του έργο. Συνθέτει έργα «κλασσικής» μουσικής και στις
5 Μαρτίου 1950 παρουσιάζεται στο θέατρο «Ορφέας» της Αθήνας το πρώτο του έργο, «Πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς» (1946), από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, με μαέστρο τον δάσκαλό του Φιλοκτήτη Οικονομίδη.
Το 1953 θα νυμφευθεί τη γιατρό Μυρτώ Αλτίνογλου (το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Μαργαρίτα) και θα συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές στο Παρίσι, με δασκάλους τον Ολιβιέ Μεσιάν και τον Εζέν Μπιγκό. Συνεχίζει να συνθέτει και το 1959 του απονέμεται το βραβείο «Κόπλεϋ» για τον καλύτερο Ευρωπαίο συνθέτη της χρονιάς.
Ένα βράδυ του 1958, ενώ περιμένει τη γυναίκα του στο αυτοκίνητο, διαβάζει τον
«Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου κι επί τόπου μελοποιεί τα πρώτα οκτώ ποιήματα. Το 1960 θα ηχογραφηθούν για πρώτη φορά με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Είναι η εποχή, που ο Θεοδωράκης περνάει στο χώρο του τραγουδιού και «παντρεύει» τους λαϊκούς ρυθμούς, τα λαϊκά όργανα, τους λαϊκούς τραγουδιστές και την ποίηση των κορυφαίων εκπροσώπων της γενιάς του '30 (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος κ.ά.). Από τα έργα του εκείνης της περιόδου ξεχωρίζουν τα: «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία Α’ και Β’», «Επιφάνεια», «Μαουτχάουζεν», «Άξιον Εστί». Επίσης, θα γράψει μουσική για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Ζορμπάς» (1964) και για δύο θεατρικές παραστάσεις που σημάδεψαν τη δεκαετία του '60, τη «Μαγική Πόλη» και τη «Η γειτονιά των Αγγέλων». Το 1963, μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται Πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ.
Με την επιβολή της
δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 θα αρχίσει ένας νέος κύκλος διώξεων και εξοριών για τον συνθέτη, που θα τελειώσει το 1970 με την αμνηστία που θα του χορηγηθεί, ύστερα από διεθνή κατακραυγή και προσπάθειες προσωπικοτήτων, όπως ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Χάρι Μπελαφόντε, ο Άρθουρ Μίλερ και ο Χανς Άισλερ. Θα φύγει στο εξωτερικό και θα δώσει δεκάδες συναυλίες εναντίον των συνταγματαρχών, που θα τον κάνουν παντού γνωστό ως σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα.
Την περίοδο της Μεταπολίτευσης θα γνωρίσει ευρεία αποδοχή και η μουσική του, που θα ακουστεί πάλι ελεύθερα. Θα γίνει σημείο αναφοράς μιας νέας περιόδου για την Ελλάδα και ταυτόχρονα θα παραμείνει σύμβολο για τους αγωνιστές πολλών χωρών ενάντια σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Πολλά από τα έργα που έγραψε κατά τη διάρκεια της επταετίας θα εκδοθούν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης («Ο ήλιος και ο χρόνος», «Τα Λαϊκά», «Τα τραγούδια του Ανδρέα», «Λιανοτράγουδα», «Κάντο Χενεράλ», «Επιφάνεια Αβέρωφ» και πολλά άλλα), ενώ σταδιακά θα αρχίσει η ηχογράφηση και η έκδοση των συμφωνικών του έργων.
Ο Μίκης Θεοδωράκης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Έθεσε το περίφημο δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς», εκλέχθηκε βουλευτής (2 φορές με το ΚΚΕ και δύο φορές με τη
Νέα Δημοκρατία) κι έγινε υπουργός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Παράλληλα, ξεκίνησε με τον τούρκο μουσικό Ζουλφί Λιβανελί μία προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Στην εξηντάχρονη καριέρα του, ο Μίκης Θεοδωράκης έχει γράψει πάνω από 1.000 τραγούδια, πολλά συμφωνικά έργα, καντάτες και ορατόρια, μουσική για δεκάδες θεατρικά έργα και τραγωδίες, όπερες και μουσική για τον κινηματογράφο.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/899#ixzz38sDEr4uk