ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ (ΚΡΙΜΑΙΑ), ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΕΦΤΑΣΑΝ ΕΚΕΙ ΣΤΙΣ 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1919

Η Εκστρατεία στην Ουκρανία (Κριμαία)

Η Εκστρατεία στην Ουκρανία (Κριμαία): Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με προτροπή των Γάλλων, αποστέλλει χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) στις αρχές του 1919, για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Η επιχείρηση θα σημειώσει παταγώδη αποτυχία.
Την περίοδο εκείνη, στη Ρωσία μαινόταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οι Μπολσεβίκοι είχαν υπό την κυριαρχία τους τις μεγάλες πόλεις (Πετρούπολη, Μόσχα κλπ), αλλά στην ύπαιθρο συναντούσαν ισχυρή αντίσταση από τις τσαρικές και εν γένει αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Οι μεγάλες χώρες της Δύσης βρήκαν τότε την ευκαιρία να επέμβουν στο πλευρό των αντεπαναστατών, έχοντας ξεμπερδέψει από τον
Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην περιοχή της Ουκρανίας, που μας αφορά, η κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Ουκρανοί εθνικιστές, οπαδοί του Τσάρου, τοπικοί οπλαρχηγοί, στρατηγοί και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, ένοπλες οργανώσεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί σχηματισμοί των Μπολσεβίκων δημιουργούσαν μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης. Μέτωπο δεν υπήρχε, ούτε κανείς γνώριζε ποιος είναι ακριβώς ο εχθρός.
Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις
5 Δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ ζήτησε από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσώ.
Την αποστολή θα έφερνε σε πέρας το Α' Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ, που μόλις είχε ολοκληρώσει την αποστολή αποκατάστασης της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μακεδονία. Η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων (2η και 13η Μεραρχία) άρχισε στις
2 Ιανουαρίου 1919, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα αναμένοντας διαταγές.
Οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό στις
7 Ιανουαρίου και στο επόμενο διάστημα το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσαν 23.551 άνδρες. Ανάμεσα στους διοικητές των μονάδων γνωστοί στρατιωτικοί, με σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αργότερα, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α' Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστήρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).
Οι ελληνικές δυνάμεις τέθηκαν αμέσως υπό τη διοίκηση της Α' Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, δυνάμεως 70.000 ανδρών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ' Ανσέλμ. Οι Έλληνες ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα της συμμαχικής δύναμης, καθώς οι γάλλοι στρατιώτες ήταν εμφανώς καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν. Κλήθηκαν, όμως, να συμμετάσχουν σ' έναν πόλεμο σκοπιμότητας, «αδικαιολόγητο και πρόχειρα προετοιμασμένο», σύμφωνα με μεγάλη μερίδα ιστορικών.
Εναντίον του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, οι Σοβιετικοί διέθεσαν τρεις στρατιές, με δύναμη 217.000 ανδρών. Ο στρατός αυτός, αφού συνέτριψε το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919, στράφηκε στη συνέχεια κατά των Συμμάχων στην Οδησσό και την
Κριμαία. Με τη συντριπτική του υπεροχή τους ανάγκασε σε μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διακρίθηκαν για την αυταπάρνηση και την πειθαρχία τους.
Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις
25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.
Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις
14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919 το Α' Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
Η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/382#ixzz3OAnC1P7f

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ 1943 : ΟΙ ΠΥΡΠΟΛΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΤΣΑΝΟΥ, ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓ.ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟ 1943

Ολοκαύτωμα 1943 – Επέτειος 2014 – Πρόταση διαρκείας – Οι πυρπολήσεις των χωριών Παλαιογράτσανου, Καταφυγίου και Αγ. Κυριακής (Σκούλιαρης) το Δεκέμβριο του 1943 από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής (του παπαδάσκαλου Κωνσταντίνου Ι. Κώστα) (19 Φωτογραφίες)

 
http://www.kozan.gr/post/188535#sthash.1DMIuqLh.dpuf

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ 67 ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1967

Το Βασιλικό Κίνημα του '67

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

H «Ράχη του Καπή», όπου εκτελέστηκαν 800 Καλαβρυτινοί
H «Ράχη του Καπή», όπου εκτελέστηκαν 800 Καλαβρυτινοί
Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων: Ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων...
Ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις
13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (
20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.
Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).


Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ
Ο γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους έλληνες αμάχους.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις
4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.
Στις
9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.
Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας
13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

 
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.
Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις
18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/710#ixzz3LobHYHmL



Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1913

Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

 
Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα: Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 η Κρήτη ενσωματώθηκε και επίσημα στο ελληνικό κράτος. Ακριβώς ένα μήνα νωρίτερα (1 Νοεμβρίου 1913), ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 5ος είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας επί της μεγαλονήσου. Αιώνες αιμάτων και δακρύων στη μαρτυρική Κρήτη έβρισκαν επιτέλους την ιστορική τους δικαίωση.
Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε στα ηλιόλουστα Χανιά την Κυριακή
1η Δεκεμβρίου 1913, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό κλίμα. «Η πόλις ηγρύπνησε στολιζομένη. Εορτάζει δε ο ουρανός, αποκατασταθείσης από της νυκτός της γαλήνης και ανατείλαντος εαρινού ηλίου. Οι δρόμοι παρουσιάζουν όψιν λειμώνων ευωδιαζόντων από τας μυρσίνας. Παντού είναι ανηρτημέναι Βυζαντιναί σημαίαι μεταξύ των κυανολεύκων. Συνωστίζονται παντού χωρικοί υψηλόκορμοι ζώσαι εικόνες του Θεοτοκοπούλου. Τα Κρητικόπουλα εις σμήνη κυκλοφορούν με τις φουφουλίτσες των. Από του Νικηφόρου Φωκά του εκδιώξαντος εκ Κρήτης τους Άραβας πρώτην φοράν Έλλην βασιλεύς αποβιβάζεται εις την νήσον» γράφει σε ανταπόκρισή της από τα Χανιά η αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία». Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν στις 11:50 το πρωί, όταν οι γηραιοί αγωνιστές Αναγνώστης Μάντακας, 94 ετών, και Χατζημιχάλης Γιάνναρης, 88 ετών, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά, ενώ την ίδια ώρα ερρίπτοντο 101 κανονιοβολισμοί από τα ναυλοχούντα ελληνικά πολεμικά πλοία.
Η Κρήτη περιήλθε ολοκληρωτικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις
4 Οκτωβρίου του 1669, όταν ο μέγας Βεζύρης Κιοπρουλής εισήλθε πανηγυρικά στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), θέτοντας τέλος στην Ενετοκρατία στο νησί, που κράτησε 465 χρόνια (1204-1669). Παρά τη φυγή πολλών κατοίκων και την πληθυσμιακή αλλοίωση από τους νέους κατακτητές, οι Κρήτες ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Οθωμανούς. Το μαρτυρούν οι εξεγέρσεις του 1692 («Κίνημα του 1692») και του 1770 («Επανάσταση του Δασκαλογιάννη»).

Η τελετή ανακήρυξης της ένωσης Το 1821, οι Κρήτες συμμετείχαν στον εθνικό ξεσηκωμό, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευοδώθηκαν, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού Τούρκων και Τουρκοκρητικών στο νησί και της έλλειψης εφοδίων. Οι εξεγέρσεις κατά του κατακτητή συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και πυκνότητα, το 1833 («Κίνημα των Μουρνιών»), το 1841 («Επανάσταση των Χαιρέτη και Βασιλογεώργη»), το 1858 («Κίνημα του Μαυρογένη»), την τριετία 1866-1869 («Μεγάλη Κρητική Επανάσταση»), το 1878 («Επανάσταση του 1878»), το1889 («Επανάσταση του 1889») και τη διετία 1897-1898 («Επανάσταση του 1897-1898»), οπότε η Κρήτη κέρδισε την αυτονομία της υπό τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων, μετά τις απίστευτες ωμότητες που διέπραξαν οι βαζιβουζούκοι (Τούρκοι άτακτοι) στο Ηράκλειο στις
25 Αυγούστου του 1898. Στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και ο τελευταίος τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε το κρητικό έδαφος.
Η Κρήτη τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων και την υψηλή μόνο επικυριαρχία του σουλτάνου. Από το 1898 έως το 1913 δημιουργήθηκε η Κρητική Πολιτεία, με αρμοστή τον έλληνα βασιλόπαιδα Γεώργιο και κυβέρνηση αποτελούμενη από πέντε χριστιανούς και ένα μουσουλμάνο (Οι μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν περίπου το 25% των κατοίκων της Κρήτης το 1900). Δεσπόζουσα μορφή εκείνης της περιόδου αναδείχθηκε ο νεαρός δικηγόρος Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος γρήγορα ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο, εξαιτίας των υπερεξουσιών του. Η «Επανάσταση στον Θέρισο» (
10 Μαρτίου 1905), που οργάνωσε ο Βενιζέλος ανάγκασε τον Γεώργιο σε παραίτηση και την ανάληψη της ύπατης αρμοστείας από τον ελλαδίτη πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Κύριο αίτημα των εξεγερμένων ήταν η άμεση ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) για την Ελλάδα, εξαιτίας και της διορατικής πολιτικής του Έλληνα πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στις
30 Μαΐου 1913 ο παραπαίων σουλτάνος παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων του στην Κρήτη με τη Συνθήκη του Λονδίνου (άρθρο 4), ενώ με ιδιαίτερη συνθήκη παραιτήθηκε και από την επικυριαρχία του στο νησί (1 Νοεμβρίου 1913). Η Κρήτη ήταν ελεύθερη και η ένωσή της με την Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Το Κρητικό Ζήτημα, που απασχόλησε επί μακρόν τη διεθνή πολιτική, είχε επιλυθεί.
Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έφυγαν και οι τελευταίοι μουσουλμάνοι από την Κρήτη, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας, άρχισε να διαδίδεται μια φημολογία, κυρίως μέσω διαδικτύου, ότι το 2013 οι κάτοικοι της Κρήτης θα κληθούν να αποφανθούν με δημοψήφισμα εάν επιθυμούν το νησί να παραμείνει στην Ελλάδα ή να ανεξαρτητοποιηθεί, βάσει ενός μυστικού πρωτοκόλλου των συνθηκών παραχώρησής του στην Ελλάδα το 1913. Οι ειδικοί διαβεβαιώνουν και ο χρόνος έδειξε ότι επρόκειτο περί αστειότητος ή ευσεβούς πόθου κάποιων κύκλων.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/704#ixzz3KgYGjJIE

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΩΝ, ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1953

Η Δίκη των Αεροπόρων

Η Δίκη των Αεροπόρων: Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η δικαστική περιπέτεια στελεχών της Πολεμικής Αεροπορίας και πολιτών, τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Κατηγορήθηκαν για δολιοφθορά και κομμουνιστική συνωμοσία, αλλά αμνηστεύτηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή το 1955. Κατοπινές έρευνες έδειξαν ότι η δίωξή τους οφείλεται σε σκευωρία.
Στις
13 Σεπτεμβρίου 1951 στη Σχολή Ικάρων συνέβη ένα ατύχημα σε εκπαιδευτικό αεροπλάνο τύπου Χάρβαρντ. Λίγες μέρες αργότερα, σε αίθουσα της σχολής βρέθηκε γραμμένο στον τοίχο σύνθημα υπέρ του ΚΚΕ. Τα γεγονότα αυτά συσχετίζονται και στις 30 Δεκεμβρίου ο αρχηγός του ΓΕΑ αντιπτέραρχος Εμμανουήλ Κελαϊδής διατάσσει ένορκο προανάκριση για «ενδείξεις δολιοφθοράς σε πολεμικό αεροσκάφος της Σχολής Αεροπορίας».
Την εποχή εκείνη η Ελλάδα απείχε δύο χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Τη χώρα κυβερνούσαν αδύναμες και βραχύβιες κυβερνήσεις του Κέντρου, με επικεφαλής, εναλλάξ, τον
Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα, υπό την υψηλή εποπτεία της Αμερικανικής Αποστολής. Ο στρατός ήταν πανίσχυρος και αποτελούσε πόλο εξουσίας. Στους κόλπους του δρούσε η μυστική οργάνωση ΙΔΕΑ («Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών»), που αποτέλεσε χρόνια αργότερα τη «μαγιά» του Πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Πρώτο θέμα στην επικαιρότητα ήταν η δίκη και η καταδίκη σε θάνατο του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του για κατασκοπεία υπέρ του παράνομου ΚΚΕ. Το σκηνικό ήταν κατάλληλο για κάποιους ακραίους αντικομμουνιστικούς κύκλους να ξεκαθαρίσουν τις σχέσεις τους με τα φιλελεύθερα στοιχεία της Αεροπορίας.
Στις αρχές του 1952 άρχισαν οι ανακρίσεις και σύντομα στα μπουντρούμια του Αερονομείου Παλαιού Φαλήρου βρέθηκαν οι πρώτοι κατηγορούμενοι, οκτώ αξιωματικοί (αντισμήναρχος ε.α. Θεοφάνης Μεταξάς, σμηναγοί Ηλίας Παναγουλάκης και Ελευθέριος Ζαφειρόπουλος, υποσμηναγοί Γεώργιος Θεοδωρίδης και Γεώργιος Μαδεμλής, επισμηναγός Νικόλαος Δόντζογλου και ανθυποσμηναγός Παναγιώτης Λεμπέσης), εφτά υπαξιωματικοί και πέντε ιδιώτες. Οι κατηγορούμενοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια και ομολόγησαν την ενοχή τους στη δολιοφθορά του αεροπλάνου. Ένας εκ των κατηγορουμένων, ο καθηγητής μαθηματικών Χρήστος Δαδαλής, δεν άντεξε και πέθανε από τα βασανιστήρια.

Νίκος Ακριβογιάννης Οι εμπνευστές της σκευωρίας έπρεπε να αποδείξουν και τη σχέση των κατηγορουμένων με το ΚΚΕ. Στρατολόγησαν τον Ίκαρο Νίκο Ακριβογιάννη και τον έστειλαν στις
7 Απριλίου 1952 στην Αλβανία για δήθεν εθνική αποστολή με την ιδιότητα του φυγάδα κομμουνιστή. Στη συνέχεια τον κατέδωσαν στις αλβανικές αρχές, ως διπλό πράκτορα. Ο Ακριβογιάννης καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 15 Απριλίου 1953.
Στις
16 Απριλίου 1952 η υπόθεση των αεροπόρων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καλύπτεται από πέπλο σιωπής, έρχεται στην επιφάνεια από τον δεξιό Τύπο, που κατακλύζεται από πληθώρα δημοσιευμάτων «για την ανακαλυφθείσα κομμουνιστική δράση στην Αεροπορία». Πιο ευφάνταστες γραφίδες κάνουν λόγο και για καταρρίψεις αεροσκαφών από τους συνωμότες.
Στις
10 Ιουλίου 1952 εκδίδεται το παραπεμπτικό βούλευμα, με το οποίο οδηγούνται στο εδώλιο του Αεροδικείου 19 άτομα. Κατά το βούλευμα, οι κατηγορούμενοι είχαν συμπήξει οργάνωση, που δρούσε από το 1950 και εκτελούσε εντολές της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η «Δίκη των Αεροπόρων» άρχισε στις 22 Αυγούστου 1952 και ολοκληρώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Μάταια οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί επέσειαν στους Αεροδίκες τα μετάλλια και τα παράσημα, που είχαν λάβει στα πεδία των μαχών. Το δικαστήριο πείσθηκε για την ενοχή τους και επέβαλε την ποινή του θανάτου στον σμηναγό Παναγουλάκη και τον υποσμηναγό Θεοδωρίδη. Σε τέσσερις κατηγορουμένους επέβαλε ισόβια, σε δύο εικοσαετή κάθειρξη, σε δύο δεκαετή κάθειρξη, ενώ οι υπόλοιποι κηρύχθηκαν αθώοι.
Το Μάρτιο του 1953 η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που ύστερα από μερικές συνεδριάσεις ανέβαλε τη δίκη «λόγω σημαντικών αιτίων και για κρείσσονες αποδείξεις». Τη χώρα τώρα κυβερνούσε ο νικητής του Εμφυλίου
Αλέξανδρος Παπάγος, έχοντας κερδίσει δια περιπάτου τις εκλογές. Στις 30 Σεπτεμβρίου άρχισε η δίκη στο Αναθεωρητικό και ολοκληρώθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1953, με δέκα κατηγορουμένους. Η ατμόσφαιρα αυτή τη φορά ήταν φανερά διαφορετική. Όλα τα στοιχεία πείθουν ότι πρόκειται για σκευωρία. Παρόλα αυτά, οι δικαστές δέχονται την ύπαρξη συνωμοσίας και επιβάλλουν ελαφρύτερες ποινές στους κατηγορουμένους. Δύο καταδικάζονται σε ισόβια, έξι σε ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης και δύο αθωώνονται.
Ο φάκελλος της υπόθεσης των αεροπόρων έκλεισε οριστικά τον Νοέμβριο του 1955, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή χορήγησε αμνηστία στους καταδικασθέντες, αλλά και στους σκευωρούς, πολλοί από τους οποίους υπηρέτησαν πιστά την
Απριλιανή Χούντα. Όταν χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συναντήθηκε μ' έναν από τους αμνηστευθέντες αξιωματικούς, τον συμπατριώτη του από τις Σέρρες Γεώργιο Μαδεμλή, του είπε ότι γνώριζε ότι «είναι αθώοι».
Βιβλιογραφία
Θανάση Παπαντωνίου
:
«Η υπόθεση των 11 αεροπόρων: Μαρτυρία» («Καστανιώτης»)
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/353#ixzz3KO01tsyZ

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1861

Ιωάννης Βελισσαρίου
1861 – 1913

Ιωάννης Βελισσαρίου

Ιωάννης Βελισσαρίου: Έλληνας αξιωματικός του Πεζικού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων. Θεωρείται ως μία από τις σπουδαιότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλλάρης», επειδή ίππευε ένα επιβλητικό μαύρο.
Ο Ιωάννης Βελισσαρίου γεννήθηκε στις
26 Νοεμβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας, από Έλληνες γονείς που κατάγονταν από την Κύμη της Εύβοιας. Από νεαρή ηλικίας άρχισε να διαβάζει βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση και να εμπνέεται από τα επαναστατικά θούρια του Ρήγα Φεραίου, ενώ είχε μια έμφυτη κλίση στη γλωσσομάθεια.
Στα 16 του εγκαταλείπει τη Ρουμανία και φθάνει στην Αθήνα για να καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Το όνειρό του να υπηρετήσει την πατρίδα παίρνει προσωρινά αναβολή, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Τότε αναγκάζεται να καταφύγει στην Αίγυπτο, όπου ζει η αδελφή της μητέρας του. Σπουδάζει για μία τριετία στο Γαλλικό Κολλέγιο και το 1880 επιστρέφει στην Αθήνα, όπου γίνεται δεκτός ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό.
Μετά τη συμπλήρωση του απαραίτητου χρόνου υπηρεσίας εισέρχεται στη Σχολή Υπαξιωματικών και το 1887 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Μάχιμη εμπειρία αποκτά στον
Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Ως διμοιρίτης σε ύψωμα στη διάβαση της Μελούνας πολεμά γενναία και δεν υποχωρεί, παρά μόνον όταν του στέλνουν γραπτή διαταγή κι ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις έχουν εγκαταλείψει προ πολλού τις θέσεις τους.
Στη μάχη της Δερβέν-Φούρκας (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδας) στις
7 Μαΐου 1897 ως διμοιρίτης του 3ου Λόχου του 5ου Συντάγματος καλύπτει την υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων. Ο Τούρκος διοικητής εγκλωβίζεται και δεν μπορεί να προχωρήσει, νομίζοντας ότι έχει να κάνει με μονάδα επιπέδου ταξιαρχίας. Ο Βελισσαρίου λαμβάνει τα εύσημα από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον επόμενο χρόνο προάγεται σε υπολοχαγό και το 1905 σε λοχαγό.
Στις εκλογές του 1899 θα είναι υποψήφιος βουλευτής Κύμης, αλλά θα ηττηθεί από τον λαϊκιστή αντίπαλό του, που ήταν αξιωματικός του Ιππικού. Το 1907 διορίζεται διοικητής της Αστυνομίας Σκοπέλου, ελλείψει αξιωματικών της Χωροφυλακής. Εκεί γνωρίζει τη σύζυγό του Χαρίκλεια, με την οποία αποκτά ένα γιο, ο οποίος θα πεθάνει σε ηλικία δύο ετών. Το 1909 συμμετέχει στο στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή, ενώ υπηρετεί ως φρούραρχος στο ομώνυμο στρατόπεδο.
Με την έκρηξη του
Α' Βαλκανικού Πολέμου, ο ταγματάρχης, πλέον, Ιωάννης Βελισαρίου τοποθετείται διοικητής του 3ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού. Στη Μάχη του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου 1912) προωθείται γρήγορα με το τάγμα του και βρίσκεται στα μετόπισθεν του εχθρού, σπέρνοντας τον πανικό και συμβάλλοντας στη γενική υποχώρηση των Οθωμανικών δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια της μάχης ήλθε σε οξεία αντιπαράθεση με τον διοικητή του Συνταγματάρχη Παπακυριαζή, με τον οποίο είχε συγγενική σχέση και ζήτησε μετάθεση σε άλλη μάχιμη μονάδα.




Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη στη Φιλιππιάδα.
Το αίτημά του έγινε δεκτό από τον επιτελάρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τοποθετήθηκε διοικητής του 9ου Τάγματος του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων της 6ης Μεραρχίας Πεζικού. Η μονάδα του μεταφέρθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου και πήρε μέρος στην πολιορκία των Ιωαννίνων. Στις
7 Ιανουαρίου 1913 ο ελληνικός στρατός επιτέθηκε κατά των οθωμανικών οχυρώσεων στο Μπιζάνι, που δεσπόζει της πόλης των Ιωαννίνων. Αν έπεφτε το Μπιζάνι, αυτόματα τα Γιάννινα θα περιέρχονταν στην ελληνική πλευρά.
Ο Βελισσαρίου προέλασε με το τάγμα του κι αφού υπερκέρασε το Μπιζάνι βρέθηκε να απειλεί τα Ιωάννινα. Για κακή του τύχη, ένα βόλι τον πέτυχε στο πόδι. Αυτός, όμως, συνέχισε απτόητος, αλλά η αιμάσσουσα πληγή του γρήγορα τον κατέβαλε. Όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός
Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν επιτελής στην 6η Μεραρχία, αν δεν τραυματιζόταν ο Βελισαρίου και συνέχιζε την καταδίωξη θα έπεφταν τα οχυρά του Μπιζανίου και θα καταλάμβανε την πόλη των Ιωανίνων κατά την επίθεση της 7ης Ιανουαρίου 1913.
Ένα μήνα αργότερα άρχισε η δεύτερη επίθεση κατά των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό. Στις
19 Φεβρουαρίου 1913 τα ευζωνικά τάγματα των Βελισσαρίου και του Γεωργίου Ιατρίδη διείσδυσαν γρήγορα από τα βόρεια και κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μοναδική οδό διαφυγής των εχθρικών δυνάμεων και να καταλάβουν το χωρίο Άγιος Ιωάννης, μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η Οθωμανική διοίκηση των Ιωαννίνων να μη μπορεί να επικοινωνεί με τους ταμπουρωμένους στα οχυρά του Μπιζανίου μαχητές, προκαλώντας μεγάλο πανικό στους αμυνόμενους.
Γύρω στις 11 το βράδυ ο Βελισσαρίου διέκρινε δύο μεγάλους φανούς και μια ομάδα ανθρώπων να τους ακολουθεί. Ήταν ο επίσκοπος Δωδώνης μαζί με δύο Τούρκους αξιωματικούς, που μετέφεραν την επιστολή
παραδόσεως της πόλης του Εσάτ Πασά προς την ελληνική πλευρά. Ο Βελισσαρίου συνόδευσε προσωπικά την τουρκική αντιπροσωπεία στο ελληνικό στρατηγείο. Ο στρατηλάτης Διάδοχος Κωνσταντίνος τον ασπάσθηκε και του είπε: «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα». Έκτοτε, ο Βελισσαρίου έγινε θρύλος.


Ο Ιωάννης Βελισσαρίου στην Κρέσνα.
Ο Ιωάννης Βελισσαρίου πήρε μέρος και στις πολεμικές επιχειρήσεις του
Β' Βαλκανικού Πολέμου. Πολέμησε τους Βουλγάρους στη Μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19 Ιουνίου 1913), όπου κατέλαβε εξ εφόδου ένα κρίσιμο λόφο για την έκβαση της μάχης. Συνέχισε να καταδιώκει τους Βουλγάρους μέχρις ότου με τη μονάδα του βρέθηκε στα στενά της Κρέσνας στις 7 Ιουλίου 1913. Τις επόμενες μέρες ο ελληνικός στρατός συνέχισε την προέλασή του μέσα στο βουλγαρικό έδαφος. Στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς (σημερινό Μπλαγκόεβγκραντ) συνήφθησαν μερικές από τις φονικότερες μάχες, αφού οι Βούλγαροι αγωνίστηκαν «υπέρ βωμών και εστιών».
Ο Βελισσαρίου με τους ευζώνους του μάχεται στο ύψωμα 1378, που συχνά αλλάζει χέρια. Σε ευθεία γραμμή απέχει 20 χιλιόμετρα από τη Σόφια. Οι απώλειες και για τους δύο εμπόλεμους είναι τρομακτικές. Στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες τη θεωρούν ως την πιο σκληρή και αιματηρή μάχη των Βαλκανικών Πολέμων. Στις
13 Ιουλίου 1912, ο Βελισαρίου μάχεται όρθιος, προσπαθώντας να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Μια βουλγαρική οβίδα τον ρίχνει κάτω σοβαρά τραυματία. Μετά από λίγη ώρα, ο ηρωικός ταγματάρχης Ιωάννης Βελισαρίου αφήνει την τελευταία του πνοή με τη φράση «Στη Σόφια»!
Όταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε το θάνατό του λέγεται ότι είπε: «Ήταν επόμενο. Τέτοιοι ήρωες δε ζουν πολύ». Στο συλλυπητήριο τηλεγράφημα που συνέταξε και απέστειλε προς τη σύζυγό του Χαρίκλεια έγραφε τα εξής: «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων».
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/567#ixzz3KCH8ZBVW

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΣ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1942

Επιχείρηση «Γοργοπόταμος»

Η κατεστραμμένη γέφυρα του Γοργοποτάμου
Επιχείρηση «Γοργοπόταμος»: Κορυφαία αντιστασιακή πράξη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, υπό την υψηλή καθοδήγηση βρετανών κομάντος. Κορυφαία αντιστασιακή πράξη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, υπό την υψηλή καθοδήγηση βρετανών κομάντος.
Στις
29 Σεπτεμβρίου 1942 μία ομάδα αποτελούμενη από δώδεκα κομάντος, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Έντι Μάιερς και τον ελληνομαθή ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ, έπεσε με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Γκιώνας. Ανάμεσά τους ήταν ο Ελλαδίτης Θεμιστοκλής Μαρίνος κι ένας Κύπριος με το κωδικό όνομα «Γιάννης». Σκοπός τους, να έλθουν σε επαφή με έλληνες αντάρτες και να υλοποιήσουν την «Επιχείρηση Χάρλινγκ», που είχε σχεδιάσει το Συμμαχικό Στρατηγείο στο Κάιρο.
Το σχέδιο συνίστατο στην ανατίναξη μιας από τις τρεις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού και Γοργοποτάμου (και οι τρεις βρίσκονται στον ορεινό όγκο του Μπράλλου), πάνω από τις οποίες διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Αθηνών. Ήταν η μοναδική αξιόπιστη δίοδος προς τα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας και η αχρήστευσή της θα προκαλούσε τη διακοπή του ανεφοδιασμού της γερμανικής στρατιάς του Ρόμελ στη Βόρειο Αφρική. Βρισκόμαστε λίγο πριν από την Μάχη του Ελ Αλαμέιν, που θα έκρινε πολλά για την πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή αυτή.
Τις επόμενες μέρες ο Μάιερς με τον λοχαγό Χάμσον κατόπτευσαν και τις τρεις πιθανές για σαμποτάζ περιοχές και έκριναν ότι η γέφυρα του Γεργοποτάμου ήταν ο ευκολότερος στόχος. Έπρεπε, όμως, να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των αντάρτικων ομάδων για να έχει πιθανότητα επιτυχίας η επιχείρηση.
Στις
19 Νοεμβρίου ο Μάιερς έσπευσε προς συνάντηση του Ναπολέοντα Ζέρβα, ηγέτη του ΕΔΕΣ στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας. Την επομένη αφίχθη και ο ηγέτης του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης. Όλοι συμφώνησαν ότι στόχος του σαμποτάζ θα ήταν η γέφυρα του Γοργοποτάμου, ενός παραποτάμου του Σπερχειού ποταμού. Τρεις μέρες αργότερα έγινε η κατόπτευση του χώρου από κοινή ομάδα ανταρτών και στις 22 Νοεμβρίου καταστρώθηκε το τελικό σχέδιο. Η επιχείρηση ορίστηκε για τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου.

 
Τα πρώτα αντίποινα: Οι κατοχικές δυνάμεις εκτελούν στα συντρίμμια της γέφυρας 9 Έλληνες πατριώτες.
Η γέφυρα του Γοργοποτάμου φυλασσόταν από 100 ιταλούς και 5 γερμανούς στρατιώτες. Η φρουρά διέθετε βαριά πολυβόλα και οπλοπολυβόλα και η εξουδετέρωσή της απαιτούσε κεραυνοβόλα ενέργεια. Στην επιχείρηση αποφασίστηκε να λάβουν μέρος 150 άνδρες (86 του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και οι 12 κομάντος). Το σχέδιο προέβλεπε την εξουδετέρωση ή την παρενόχληση της φρουράς από τους αντάρτες, την ώρα που οι κομάντος θα τοποθετούσαν τα εκρηκτικά για την ανατίναξη της γέφυρας.
Στις 11:07 το βράδυ της
25ης Νοεμβρίου εκδηλώθηκε η επίθεση εναντίον της φρουράς και στα δύο άκρα της γέφυρας. Όλα κυλούσαν σύμφωνα με το σχέδιο και στη 1:30 το πρωί της 26ης Νοεμβρίου ανατινάχθηκε ένα τμήμα της γέφυρας για να ακολουθήσει στις 2:21 η ανατίναξη ενός δεύτερου, που την έβγαλε οριστικά εκτός λειτουργίας. Εν τω μεταξύ, ένα τρένο με ιταλούς στρατιώτες εμποδίστηκε από τους αντάρτες και δεν μπόρεσε να προσφέρει ενισχύσεις. Στις 4:30 το πρωί και ο τελευταίος αντάρτης είχε αποχωρήσει από την περιοχή του σαμποτάζ και βρισκόταν στην τοποθεσία Καλύβια, όπου ήταν το σημείο συνάντησης. Από τους 150 άνδρες που έφεραν σε πέρας την «Επιχείρηση Χάρλινγκ» μόνο τέσσερις τραυματίστηκαν, ενώ η φρουρά της γέφυρας έχασε 20 με 30 στρατιώτες. Σε αντίποινα, λίγες μέρες αργότερα στον χώρο της κατεστραμμένης γέφυρας εκτελέστηκαν 9 έλληνες πατριώτες.
Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν μία από τις μεγαλύτερες πράξεις δολιοφθοράς κατά τον
Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Προκάλεσε τον θαυμασμό όλης της κατεχόμενης Ευρώπης και έδωσε κουράγιο στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Όμως, οι επιπτώσεις της στο βορειοφρικανικό μέτωπο ήταν πολύ περιορισμένες, επειδή η εκτέλεση της επιχείρησης πραγματοποιήθηκε κατόπιν εορτής, έχοντας καθυστερήσει κατά δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό οι δυνάμεις του Ρόμελ, έχοντας χάσει τη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, μετατοπίστηκαν δυτικότερα κι έτσι ο ανεφοδιασμός τους μέσω Ελλάδος δεν έπαιζε κανένα ρόλο.
Χρόνια αργότερα κατά τον εορτασμό της επετείου στις
29 Νοεμβρίου 1964 σημειώθηκε ένα αιματηρό περιστατικό. Από την ανατίναξη μιας ξεχασμένης βόμβας σκοτώθηκαν 13 και τραυματίστηκαν 45 άνθρωποι. Το 1982 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου καθιέρωσε την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου ως επίσημο εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης.
Βιβλία
Θέμη Μαρίνου: «Αποστολή Harling 1942: Η επιχείρηση Γοργοπόταμου» («Παπαζήσης»)
Κρις Γουντχάουζ: «Το μήλο της έριδος» («Εξάντας»)
Έντι Μάιερς: «Η ελληνική περιπλοκή» («Εξάντας»)
Ταινίες
«Γοργοπόταμος», ταινία μυθοπλασίας του Ηλία Μαχαίρα. (1968)
«Γοργοπόταμος», ντοκυμαντέρ του Σταύρου Στρατηγάκου. (2006)

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/35#ixzz3JvUT0hOb

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ ΕΛΗΞΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1922

Η Δίκη των Έξι

Η Δίκη των Έξι: Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η δίκη των πρωταίτιων της Μικρασιατικής Καταστροφής από έκτακτο στρατοδικείο, που συγκρότησαν οι βενιζελικοί αξιωματικοί της Επανάστασης του 1922. Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η δίκη των πρωταίτιων της Μικρασιατικής Καταστροφής από έκτακτο στρατοδικείο, που συγκρότησαν οι βενιζελικοί αξιωματικοί της Επανάστασης του 1922. Στο εδώλιο κάθισαν επτά πολιτικοί και ένας στρατιωτικός, από τους οποίους οι έξι καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν. Η δίκη διεξήχθη από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου 1922 στην ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή). Ήταν ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια του Εθνικού Διχασμού. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή κι ενώ η Ελλάδα παρουσίαζε εικόνα διάλυσης, εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τους συνταγματάρχες Πλαστήρα και Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά, που προκάλεσε την παραίτηση της κυβέρνησης Τριανταφυλλάκου και του βασιλιά Κωνσταντίνου (14 Σεπτεμβρίου 1922) υπέρ του υιού του Γεωργίου Β'. Ο χαρακτήρας του βασιζόταν στην ανάγκη της πίστης ότι «ο ελληνικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά προδόθηκε».
Στην Αθήνα συγκροτήθηκε Επαναστατική Επιτροπή, η οποία ανέλαβε άμεση δράση, διατάσσοντας εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών πολιτικών, υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Μία ογκώδης διαδήλωση 100.000 ανθρώπων στην Πλατεία Συντάγματος στις
9 Οκτωβρίου ζητά την εκτέλεση υπευθύνων της τραγωδίας. Ο Πλαστήρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του κινήματος, βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Οι αδιάλλακτοι στον στρατό (Πάγκαλος, Οθωναίος, Χατζηκυριάκος), αλλά και ο
Αλέξανδρος Παπαναστασίου απαιτούν εκτελέσεις. Οι μετριοπαθείς (Πλαστήρας, Δαγκλής, Γονατάς), θέλουν κανονική δίκη, όπως και οι μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, που ζητούν από τον Πλαστήρα να αποφύγει τις βεβιασμένες ενέργειες και τις συνοπτικές διαδικασίες. Τελικά, οι δύο πλευρές συμβιβάστηκαν και αποφασίστηκε η ίδρυση εκτάκτου στρατοδικείου, που από τη φύση του δεν παρέχει τα εχέγγυα για μια δίκαιη δίκη.
Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο σκληροπυρηνικός υποστράτηγος
Θεόδωρος Πάγκαλος, με βοηθούς τους συνταγματάρχες Ιωάννη Καλογερά και Χαράλαμπο Λούφα. Στο πόρισμα της Επιτροπής, που εκδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο έκτακτο στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας οκτώ πρόσωπα, που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο την περίοδο 1920 - 1922:
Δημήτριος Γούναρης (59 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)
Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (68 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)
Νικόλαος Στράτος (50 ετών, πρώην Πρωθυπουργός )
Νικόλαος Θεοτόκης (44 ετών, Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη)
Γεώργιος Μπαλτατζής (56 ετών, Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη)
Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. (53 ετών, Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη)
Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α. (54 ετών, Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη)
Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος (59 ετών, Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης).
Το δίκαιο αίτημα των κατηγορουμένων να δικασθούν από το Ειδικό Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών απορρίφθηκε από τον Πάγκαλο με εξωνομική αιτιολόγηση. Τρεις μέρες νωρίτερα (
21 Οκτωβρίου) είχε συγκροτηθεί το έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο.
 
 
Στις 9 το πρωί της 31ης Οκτωβρίου 1922 άρχισε η ακροαματική διαδικασία στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή). Τον πρόεδρο του Αλέξανδρου Οθωναίο πλαισίωναν ως στρατοδίκες τρεις συνταγματάρχες, ένας πλοίαρχος, ένας αντισυνταγματάρχης, δύο αντιπλοίαρχοι, τρεις ταγματάρχες, ένας λοχαγός και ένας στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος. Επαναστατικοί επίτροποι ήταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Γεωργιάδης και οι συνταγματάρχες Ιωάννης Ζουρίδης και Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Γραμματέας του δικαστηρίου ήταν ο Ιωάννης Πεπονής. Συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων ανέλαβαν διαπρεπείς δικηγόροι (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Αναστάσιος Παπαληγούρας, Οικονομίδης, Δουκάκης, Νοταράς, Ρωμανός και Σωτηριάδης). Η δίκη διεξήχθη σε 14 συνεδριάσεις. Μετά την απόρριψη των ενστάσεων των κατηγορουμένων εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης. Επιτυχία της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ότι οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας προήρχοντο από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, όπως και οι κατηγορούμενοι. Στις 6 Νοεμβρίου ο κατηγορούμενος Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο απορρίφθηκε και έτσι δικαζόταν ωσεί παρών. Κοινή ήταν η πεποίθηση σε Ελλάδα και εξωτερικό ότι το δικαστήριο θα επιβάλει θανατικές ποινές. Οι διεθνείς πιέσεις υπέρ των κατηγορουμένων εντείνονται. Υπό το βάρος τους, η κυβέρνηση του μετριοπαθή Σωτηρίου Κροκιδά παραιτείται στις 10 Νοεμβρίου και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει στις 14 Νοεμβρίου ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, ηγετικό στέλεχος του στρατιωτικού κινήματος. Την ίδια μέρα ολοκληρώθηκαν οι απολογίες των κατηγορουμένων και οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης. Ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης Νοεμβρίου, το δικαστήριο αποσύρεται σε διάσκεψη για να εκδώσει την απόφασή του. Στις 6:40 π.μ. οι στρατοδίκες επανέρχονται στην έδρα και ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος διαβάζει την ετυμηγορία του δικαστηρίου:
Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β' το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών.
Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού υποστρατήγου και Μιχαήλ Γούδα υποναυάρχου και επιβάλλει αυτούς τα έξοδα και τέλη. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη δραχμών 200 χιλιάδων, Νικολάου Στράτου δραχμών 335 χιλιάδων, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη δραχμών 1 εκατομμυρίου και Μιχαήλ Γούδα δραχμών 200 χιλιάδων.
Αμέσως μετά, ο επαναστατικός επίτροπος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης μεταβαίνει στις φυλακές Αβέρωφ, όπου εκρατούντο οι κατηγορούμενοι και τους ανακοινώνει την καταδικαστική απόφαση. Είναι 9 το πρωί. Στους έξι θανατοποινίτες ανακοινώνει ότι η εκτέλεση θα γίνει σε δύο ώρες. Υποβολή ενδίκων μέσων δεν προβλεπόταν για τους καταδικασθέντες. Στις 10:30 δύο φορτηγά τους παραλαμβάνουν και τους μεταφέρουν στον χώρο εκτελέσεων στου Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία». Μία ώρα αργότερα, 36 πυροβολισμοί αντηχούν από τους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και οι 6 πέφτουν νεκροί. Στις 2:30 μ.μ. κηδεύονται στο Α' Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Η επίσπευση της εκτέλεσης των 6 έγινε με προτροπή του Πάγκαλου. Ο στρατηγός ήθελε να μην τους προλάβει ζωντανούς ο πλοίαρχος Τάλμποτ, που έφθασε λίγο αργότερα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Αγγλικής Κυβέρνησης για να πιέσει την κυβέρνηση να αναβάλει την εκτέλεση των θανατικών ποινών. Ο ρόλος του
Ελευθερίου Βενιζέλου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος. Ο ίδιος είχε αποσυρθεί της πολιτικής και ευρίσκετο στο εξωτερικό μη αναμιγνυόμενος, όπως έλεγε, στις κυβερνητικές υποθέσεις. Ένα τηλεγράφημά του προς την κυβέρνηση για τις δυσμενείς επιπτώσεις της εκτέλεσης έφθασε την επομένη (16 Νοεμβρίου).
Η εκτέλεση των 6 έγινε, κυρίως, για να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία σε βάρος της Ελλάδας. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Θεόδωρου Πάγκαλου, χρόνια αργότερα: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος».
Η Επανάληψη της Δίκης
Στις
20 Ιανουαρίου 2008 ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, προσέφυγε στον Άρειο Πάγο και ζήτησε με αίτησή του την ακύρωση της απόφασης του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών της 15ης Νοεμβρίου 1922 και την επανάληψη της διαδικασίας (δίκης), με το αιτιολογικό της ύπαρξης νέων στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τα νέα στοιχεία που επικαλέστηκε ο αιτών ήταν μία επιστολή του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Παναγή Τσαλδάρη (Ιανουάριος 1929) και ένα απόσπασμα από την ομιλία του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή στις 31 Μαρτίου 1932.
Στην επιστολή του προς τον Παναγή Τσαλδάρη έγραφε ο Ελευθέριος Βενιζέλος:
Δύναμαι να διαβεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπο ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσία κατά της χώρας ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπο εις την μικρασιατική καταστροφή. Δύναμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω ότι πιστεύω ακραδάντως ότι θα ήσαν ευτυχείς αν η πολιτική των οδηγεί την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον.
Κατά δε τη συνεδρίαση της Βουλής της 31ης Μαρτίου 1932, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, αναφερθείς στο θέμα της θανατικής καταδίκης των «έξι» , δήλωσε ότι αποτελεί ειλικρινή του επιθυμία να αποκατασταθεί η μνήμη των νεκρών, υπέρ των οποίων ήταν έτοιμος να προσέλθει σε μνημόσυνο όπως δεηθεί, μετά των συγγενών και φίλων αυτών, από κοινού υπέρ εκείνων.
Στις
19 Νοεμβρίου 2009 το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου συνελθών σε συμβούλιο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αιτούντος με ψήφους 3 έναντι 2 και παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την οριστική απόφαση (1533/2009). Στις 20 Δεκεμβρίου 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου συνεδρίασε κεκλεισμένων των θυρών και με εισήγηση του αντεισαγγελέα του δικαστηρίου Αθανασίου Κονταξή έκρινε ότι εσφαλμένα παραπέμφθηκε ενώπιόν της από το Ποινικό Τμήμα το ζήτημα της επανάληψης της «δίκης των έξι» και ότι κατά συνέπεια αναβιώνει η απόφαση 1533/2009 του Ζ' Ποινικού Τμήματος.
Στις
12 Μαΐου 2010 συνήλθε σε συμβούλιο το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου υπό νέα σύνθεση, για να συμπληρώσει την απόφαση 1533/2009 και να διατυπώσει το διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στη δίκη παρενέβη με δήλωση πολιτικής αγωγής η Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος, που εκπροσωπεί 185 σωματεία και πλέον των 300.000 απογόνων των προσφύγων του 1922, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, επειδή οι έξι καταδικασθέντες από το Στρατοδικείο με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους προκάλεσαν τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τις πατρογονικές ρίζες του, μετά 3.000 χρόνια παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η παράσταση πολιτικής αγωγής απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το δικαστήριο.
Στις
20 Οκτωβρίου 2010 το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του και έκανε δεκτή την αίτηση του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, κρίνοντας αθώους τους έξι καταδικασθέντες σε θάνατο από το Έκτακτο Επαναστατικό Δικαστήριο Αθηνών. Με την απόφαση 1675/2010 το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου ακυρώνει την απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους καταδικασμένους για εσχάτη προδοσία και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/18#ixzz3J9mBr6D2