ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 1917 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ

Μιχάλης Γενίτσαρης
1917 – 2005
Μιχάλης Γενίτσαρης
Μιχάλης Γενίτσαρης. Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης ή Γεννήτσαρης, όπως ήταν κανονικά το επίθετό του, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1917 στην Αγια-Σοφιά του Πειραιά. Ο πατέρας του διατηρούσε μπιραρία στη γειτονιά, δουλειά που δεν ήταν αρκετή για την επιβίωση της οικογένειας.
Στους δρόμους από τα 10 του χρόνια, πρωτάκουσε μπουζούκι από το ταβερνείο που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του. Ήταν το μαγαζί του περίφημου Γιώργου Μπάτη. Γοητευμένος από τον ήχο του οργάνου, μια μέρα ανακάλυψε κρυμμένο σε μια κασέλα ένα παλιό μπαγλαμαδάκι του πατέρα του και αυτοδίδακτος άρχισε σιγά - σιγά να παίζει.
Σε ηλικία 17 ετών -κι ενώ δούλευε στις επισκευές καραβιών για να ζήσει- έγραψε το πρώτο του τραγούδι, το περίφημο «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», το οποίο γραμμοφωνήθηκε τρία χρόνια αργότερα στην Columbia. Το τραγούδι έκανε τεράστια επιτυχία και ο Γενίτσαρης βρέθηκε στο πάλκο του θρυλικού «Δάσους» του Α. Βλάχου στο Βοτανικό να συνεργάζεται με τον Βαμβακάρη, τον Παγιουμτζή, τον Τσιτσάνη, τον Κηρομύτη, τον Δελιά κ.ά.
Το μπουζούκι, ταυτισμένο εκείνη την εποχή με την αλητεία, ήταν υπό διωγμόν. Όταν ένας αστυφύλακας συνέλαβε τον Γενίτσαρη και του έσπασε το μπουζούκι, εκείνος τον ξυλοφόρτωσε, με αποτέλεσμα να παραμείνει για έξι μήνες έγκλειστος στις φυλακές Αβέρωφ. Αυτή ήταν η πρώτη καταδίκη του, καθώς ακολούθησαν πολλές ακόμα για παρόμοιους λόγους.
Στη διάρκεια της Κατοχής, «πολέμησα -θυμόταν ο ίδιος- τους Γερμανούς με τους σαλταδόρους». Η εμπειρία του αυτή έγινε τραγούδι και μάλιστα εμβληματικό: είναι ο θρυλικός «Σαλταδόρος»... «Εγώ πάντα βολεύομαι γιατί τηνε σαλτάρω / σε κάνα αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω. Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω».
Μετά την απελευθέρωση, ο Γενίτσαρης συνέχισε την πορεία του στα λαϊκά πάλκα. Έγραψε περί τα 700 τραγούδια, αλλά από αυτά πολύ λίγα γραμμοφωνήθηκαν. Τραγούδια του, βέβαια, ερμήνευσαν κατά καιρούς μερικοί από τους μεγαλύτερους του λαϊκού τραγουδιού: Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Γκρέυ, Παγιουμτζής, Διονυσίου, Βιτάλη, Αλεξίου, Νταλάρας, Μητσιάς, Γλυκερία κ.ά.
Από το 1951 έως το 1972 ο Γενίτσαρης, ουσιαστικά, χάθηκε. Ένα διάστημα φυλακίσθηκε, μετά άνοιξε ένα μπουζουξίδικο στην Αίγινα αλλά έπεσε έξω οικονομικά και μετά έπιασε δουλειά στη λαχαναγορά.
Από την αφάνεια τον ανέσυρε ο Ηλίας Πετρόπουλος, που από το 1971 οργάνωσε στο «Κύτταρο» σειρά εμφανίσεων των βετεράνων του ρεμπέτικου. Με τις επανεκδόσεις των παλαιών εκτελέσεων των τραγουδιών του σε νέους δίσκους ή με νέες εκτελέσεις από τραγουδιστές όπως ο Νταλάρας, ο Γενίτσαρης άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύτερο κοινό.
Το 1996 αποφάσισε ν' αποσυρθεί. Προς τιμήν του διοργανώθηκε στο θέατρο του Λυκαβηττού μια μεγάλη, πολυσυμμετοχική συναυλία. Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε σποραδικά, μέχρι να αποσυρθεί οριστικά. Πέθανε στις 11 Μαΐου του 2005.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23 ΜΑΪΟΥ 1942 ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ (1886-1942)

Παναγιώτης Τούντας
1886 – 1942

Παναγιώτης Τούντας
 
Παναγιώτης Τούντας: Μικρασιάτης μαντολινίστας και συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών. Γεννήθηκε το 1886 στη Σμύρνη... Παναγιώτης Τούντας Μικρασιάτης μαντολινίστας και συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών.
Ο Παναγιώτης Τούντας γεννήθηκε το 1886 στη Σμύρνη από ευκατάστατους γονείς. Από παιδί άρχισε να παίζει μαντολίνο και σπούδασε μουσική στην Αίγυπτο. Από το 1915 συμμετείχε στη Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδέρη, που έμεινε γνωστή με το όνομα «Τα Πολιτάκια». Συμμετείχε σε διάφορα μουσικά σχήματα που έκαναν περιοδείες εκτός Σμύρνης για την ψυχαγωγία των Ελλήνων της διασποράς.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Πρωτόπαιξε στο «Αραράτ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, τον Αύγουστο του 1923. Κατόπιν εμφανίστηκε στην ταβέρνα του Κερατζάκη στην Ανάσταση Κερατσινίου και αργότερα δημιούργησε τη δική του ορχήστρα στην Πλατεία Πασαλιμανιού (στον «Αστέρα»).
Το 1924 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής «ODEON». Μέχρι να κατασκευαστεί το εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα, συνεργάζεται σχεδόν με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες και διευθύνει τις περισσότερες ηχογραφήσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Τον ίδιο χρόνο ηχογραφεί τη «Σμυρνιά» με την αθηναϊκή Εστουδιαντίνα του Τάσου Μαρίνου και γίνεται ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που το όνομά του αναγράφεται σε ετικέτα δίσκου. Το 1931 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής της «COLUMBIA» και της «HIS MASTER'S VOICE» και παραμένει στη θέση αυτή μέχρι το 1940.
Τα τραγούδια που πέρασε στη δισκογραφία είναι γύρω στα 350 και έχουν ερμηνευτεί από όλους τους προπολεμικούς τραγουδιστέ της εποχής, όπως ο Κώστας Ρούκουνας, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κώστας Νούρος, η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Αντώνης Νταλκάς, ο Ευάγγελος Σωφρονίου, ο Ζαχαρίας Κασιμάτης, ο Γιώργος Βιδάλης, ο Στράτος Παγιουμτζής κ.ά.
Από τα τραγούδια του ξεχωρίζουν: «Η γκαρσόνα» (παλιό μικρασιάτικο), «Νέα Σμυρνιωτοπούλα», «Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Κουβέντα με το Χάρο» («Το Χαρο τον αντάμωσαν»), «Λιλή η σκανταλιάρα», «Ο κοκαϊνοπότης», «Το Μαριανθάκι», «Το Σωφεράκι», «Μπίντα γιάλα», «Στους Ποδαράδες», «Φτώχεια μαζί με την τιμή», «Νίνα», «Μικρό μελαχροινό», «Θα σε κάνω μενεξέ», «Εγώ θέλω πριγκιπέσσα», «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος», «Περσεφόνη μου γλυκειά», «Κουβέντες της φυλακής», «Πεισματάρα μου», «Αλάνης πια δεν είμ' εγώ», «Aμάν, Κατερίνα μου», «Σαν πεθάνω, βρε μανούλα», «Τα ζουμπουλένια μάτια σου», «Η Δημητρούλα», «Όνειρο ενός μπεκρή», «Τουρκοπούλα μου», «Αερόπλανο θα πάρω», «Τομπουρλίκα», «Τα τσόκαρα», κ.ά.
Ο Παναγιώτης Τούντας πέθανε, σε ηλικία 56 ετών, στις 23 Μαΐου του 1942.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 11 ΜΑΪΟΥ 2005 ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΡΕΜΠΕΤΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ (1917-2005)

Μιχάλης Γενίτσαρης
1917 – 2005

Μιχάλης Γενίτσαρης 

Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης ή Γεννήτσαρης, όπως ήταν κανονικά το επίθετό του, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1917 στην Αγια-Σοφιά του Πειραιά... Μιχάλης Γενίτσαρης
Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης ή Γεννήτσαρης, όπως ήταν κανονικά το επίθετό του, γεννήθηκε στις
15 Ιουνίου 1917 στην Αγια-Σοφιά του Πειραιά. Ο πατέρας του διατηρούσε μπιραρία στη γειτονιά, δουλειά που δεν ήταν αρκετή για την επιβίωση της οικογένειας.
Στους δρόμους από τα 10 του χρόνια, πρωτάκουσε μπουζούκι από το ταβερνείο που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του. Ήταν το μαγαζί του περίφημου
Γιώργου Μπάτη. Γοητευμένος από τον ήχο του οργάνου, μια μέρα ανακάλυψε κρυμμένο σε μια κασέλα ένα παλιό μπαγλαμαδάκι του πατέρα του και αυτοδίδακτος άρχισε σιγά - σιγά να παίζει.
Σε ηλικία 17 ετών -κι ενώ δούλευε στις επισκευές καραβιών για να ζήσει- έγραψε το πρώτο του τραγούδι, το περίφημο «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», το οποίο γραμμοφωνήθηκε τρία χρόνια αργότερα στην Columbia. Το τραγούδι έκανε τεράστια επιτυχία και ο Γενίτσαρης βρέθηκε στο πάλκο του θρυλικού «Δάσους» του Α. Βλάχου στο Βοτανικό να συνεργάζεται με τον
Βαμβακάρη, τον Παγιουμτζή, τον Τσιτσάνη, τον Κηρομύτη, τον Δελιά κ.ά.
Το μπουζούκι, ταυτισμένο εκείνη την εποχή με την αλητεία, ήταν υπό διωγμόν. Όταν ένας αστυφύλακας συνέλαβε τον Γενίτσαρη και του έσπασε το μπουζούκι, εκείνος τον ξυλοφόρτωσε, με αποτέλεσμα να παραμείνει για έξι μήνες έγκλειστος στις φυλακές Αβέρωφ. Αυτή ήταν η πρώτη καταδίκη του, καθώς ακολούθησαν πολλές ακόμα για παρόμοιους λόγους.
Στη διάρκεια της Κατοχής, «πολέμησα -θυμόταν ο ίδιος- τους Γερμανούς με τους σαλταδόρους». Η εμπειρία του αυτή έγινε τραγούδι και μάλιστα εμβληματικό: είναι ο θρυλικός «Σαλταδόρος»... «Εγώ πάντα βολεύομαι γιατί τηνε σαλτάρω / σε κάνα αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω. Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω».
Μετά την απελευθέρωση, ο Γενίτσαρης συνέχισε την πορεία του στα λαϊκά πάλκα. Έγραψε περί τα 700 τραγούδια, αλλά από αυτά πολύ λίγα γραμμοφωνήθηκαν. Τραγούδια του, βέβαια, ερμήνευσαν κατά καιρούς μερικοί από τους μεγαλύτερους του λαϊκού τραγουδιού:
Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Γκρέυ, Παγιουμτζής, Διονυσίου, Βιτάλη, Αλεξίου, Νταλάρας, Μητσιάς, Γλυκερία κ.ά.
Από το 1951 έως το 1972 ο Γενίτσαρης, ουσιαστικά, χάθηκε. Ένα διάστημα φυλακίσθηκε, μετά άνοιξε ένα μπουζουξίδικο στην Αίγινα αλλά έπεσε έξω οικονομικά και μετά έπιασε δουλειά στη λαχαναγορά.
Από την αφάνεια τον ανέσυρε ο Ηλίας Πετρόπουλος, που από το 1971 οργάνωσε στο «Κύτταρο» σειρά εμφανίσεων των βετεράνων του ρεμπέτικου. Με τις επανεκδόσεις των παλαιών εκτελέσεων των τραγουδιών του σε νέους δίσκους ή με νέες εκτελέσεις από τραγουδιστές όπως ο Νταλάρας, ο Γενίτσαρης άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύτερο κοινό.
Το 1996 αποφάσισε ν' αποσυρθεί. Προς τιμήν του διοργανώθηκε στο θέατρο του Λυκαβηττού μια μεγάλη, πολυσυμμετοχική συναυλία. Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε σποραδικά, μέχρι να αποσυρθεί οριστικά. Πέθανε στις
11 Μαΐου του 2005.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/119#ixzz31OCFoFLs