ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ 1788. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ 1788. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΘΑΝΑΤΩΝΕΤΕ ΤΟ 1825 ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Οδυσσέας Ανδρούτσος
Οδυσσέας Ανδρούτσος

Οδυσσέας Ανδρούτσος. Από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της  Επανάστασης του 21. Έπεσε θύμα των εμφύλιων διαμαχών κατά την διάρκεια του Αγώνα και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν ο μονάκριβος γιός του ξακουστού αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Στο νησί του Οδυσσέα είχε καταφύγει η μητέρα του για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων, επειδή ο πατέρας του είχε ακολουθήσει τον θαλασσομάχο Λάμπρο Κατσώνη στις ανά το Αιγαίο περιπέτειές του. Εκεί βαφτίστηκε το 1792 από την γυναίκα του Κατσώνη Μαρουδιά, που για τον ίδιο λόγο είχε ζητήσει και αυτή άσυλο στο νησί. Προς τιμή του ομηρικού ήρωα του δόθηκε το όνομα Οδυσσέας. Ο ίδιος όμως πατρίδα του θεωρούσε την πατρίδα του πατέρα του, τις Λιβανάτες της Λοκρίδας.
΄Οταν ο Αλή Πασάς έμαθε πως ο φίλος του καπετάν Ανδρούτσος, που εν τω μεταξύ είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους το 1797, άφησε γιο, τον πήρε κοντά του, στην αυλή του στα Γιάννενα, που αποτελούσε τότε σπουδαίο στρατιωτικό σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν αρκετοί  Έλληνες αγωνιστές του Εικοσιένα. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο μικρός Οδυσσέας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και να μιλάει ιταλικά και αρβανίτικα. Η σωματική του δύναμη ήταν παροιμιώδης και διηγούνται αναρίθμητα κατορθώματά του. Κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι “επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος”.
Το 1816 ο Αλή Πασάς τον έστειλε αρματολό στην Λειβαδιά, αφού τον πάντρεψε πρώτα με την Ελένη Καρέλη. Εκεί έμεινε ως τις παραμονές του 1821. Τον Οκτώβριο του 1820, μετά από διαμάχη με τους τοπικούς άρχοντες έφυγε και την θέση του πήρε ο Αθανάσιος Διάκος. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα
Μόλις ξέσπασε η Επανάστση βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του Αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Ρούμελης. Στις 8 Μαίου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στον Αγώνα μιά από τις πιό δοξασμένες μάχες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στην Γραβιά έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο.
Το 1822 φθάνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει την διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης με φρούραρχο τον Γιάννη Γκούρα. Στην Ακρόπολη έκανε διάφορα οχυρωματικά έργα και την εξασφάλισε με νερό που δεν είχε. Στο μεταξύ νέα εχθρικά σώματα πλημμύρισαν την Ρούμελη. Κι επειδή ο Οδυσσέας δεν είχε αρκετές δυνάμεις να αντισταθεί, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους. Ήταν τα λεγόμενα “καπάκια” (προφορικές συμφωνίες), ένα τέχνασμα για κερδίσει χρόνο, το οποίο όμως παραξηγήθηκε από τους εχθρούς του (κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Ρούμελης και Ιωάννης Κωλέττης), που δεν τον συμπαθούσαν, λόγω της μεγάλης επιρροής που ασκούσε στο λαό.
Ο Ανδρούτσος οργισμένος από την συμπεριφορά των πολιτικών παρατείται και η κυβέρνηση στέλνει τον Νούτσο και τον Παλάσκα να τον αντικαταστήσουν. Υποψιαζόμενος ότι οι δυό απεσταλμένοι της κυβέρνησης έρχονται να τον σκοτώσουν, χάνει την ψυχραιμία του και με την ανοχή του οι άνδρες του τους σκοτώνουν. Ο Κωλέττης τον επικηρύσσει για 5.000 γρόσια και ο Υπουργός Εκκλησιαστικών επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφορίζει. Όμως η κάθοδος του Δράμαλη αναγκάζει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την επικήρυξη και τον αφορισμό του Ανδρούτσου, ο οποίος αναλαμβάνει ξανά δράση. Δεν κατορθώνει να εμποδίσει την κάθοδο του Οθωμανού πολέμαρχου στην Πελοπόννησο, αλλά δεν αφήνει να περάσουν εφοδιοπομπές και ενισχύσεις για την στρατιά του.
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Ανδρούτσος επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε δύο σχολεία στην Αθήνα και κάλεσε τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλλονιά να έρθουν να διδάξουν, χωρίς να εισακουσθεί. Γρήγορα καινούργιες στρατιωτικές επιχειρήσεις τον έκαναν να φύγει από την Αθήνα για την Ανατολική Ρούμελη. Τον Νοέμβριο του 1822 ηττάται από τον Κιοσέ Μεχμέτ στο Δαδί και παρολίγο να αιχμαλωτισθεί, ενώ τον Ιούλιο του 1823 ανακόπτει στην Βοιωτία την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη Πασά.
Ο ηρωϊσμός του, το προοδευτικό του πνεύμα και το ομηρικό του όνομα, στάθηκε αφορμή να θέλουν να τον γνωρίσουν όλοι οι Ευρωπαϊοι φιλέλληνες που κατέβηκαν στην επαναστατημένη Ελλαδα. Με πολλούς από αυτούς συνεργάστηκε για διάφορα κοινωφελή έργα και τον φίλο του λόρδου Βύρωνα, τον Άγγλο Έντουαρντ Τρελόνι, τον έκανε γαμπρό του, δίνοντάς του την ετεροθαλή αδελφή του Ταρσίτσα.
Η διαμάχη του και ο παραγκωνισμός του από τους αντιπάλους του ανάγκασαν τον πεισματάρη και οξύθυμο πολέμαρχο να πάρει τους άνδρες του και να έλθει στην Βοιωτία στις αρχές του 1825. Εκεί προέβη σε νέα “καπάκια” με τους Τούρκους με σκοπό να εκβιάσει την κυβέρνηση, χωρίς όμως να προδώσει την επανάσταση. Οι εχθροί του βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία να χαρακτηρίσουν την πράξη του αντεθνική και τον ίδιο προδότη. Η κυβέρνηση έστειλε εναντίον του ισχυρή στρατιωτική δύναμη με αρχηγό τον παλαιό του φίλο Γιάννη Γκούρα, που απο καιρό είχε γίνει ο προσωπικός του εχθρός.
Ο Οδυσσέας αποφεύγοντας συστηματικά κάθε συμπλοκή με τα κυβερνητικά σώματα για να μη χυθεί πολύτιμο αδελφικό αίμα, αποτραβήχτηκε στις Λιβανάτες.Ύστερα από μερικές μικροσυμπλοκές στις αρχές Απριλίου παραδόθηκε στον Γκούρα (7 Απριλίου 1825) με την ρητή υπόσχεση ότι θα τον έστειλνε στην Πελοπόννησο για να δικαστεί από την Διοίκηση.
Ο Γκούρας όμως δεν κράτησε την υπόσχεσή του.Τον φυλάκισε στην Αθήνα, πάνω στην Ακρόπολη. Επειδή στο μεταξύ ξεσηκώθηκαν διάφοροι αγωνιστές με πρώτο τον Καραϊσκάκη για την άδικη κακομεταχείριση του Ανδρούτσου και επειδή ο ίδιος ζητούσε να περάσει το συντομότερο από δίκη, ο Γκούρας πρόσταξε να τον θανατώσουν στις 5 Ιουνίου του 1825.
Για να καλύψουν το έγκλημά τους πέταξαν το πτώμα του στο λιθόστρωτου του Ναού της Απτερου Νίκης και διέδωσαν πως ο φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει και σκοτώθηκε. Τον έθαψαν προσωρινά στην εκκλησία της Σωτήρας στο Ριζόκαστρο. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά, τοποθετώντας τον ανάμεσα στους κορυφαίους ήρωες του Εικοσιένα. Μα και το κράτος τον δικαίωσε. Το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ (1788 - 1821) ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΕΙ ΣΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ (ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ)

Αθανάσιος Διάκος
1788 – 1821

Αθανάσιος Διάκος
 
Αθανάσιος Διάκος: Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας... Αθανάσιος Διάκος
Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας. O Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.
Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός», μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του. Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία. Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά), μετά από συνεννόηση με τους Αχαιούς, που είχαν επαναστατήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Έχοντας λάβει την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, κατορθώνει να στρατολογήσει 5.000 χωρικούς, με  πρόσχημα την απόκρουση του Ανδρούτσου.
Στις 30 Μαρτίου, η Λιβαδειά πέφτει στα χέρια των επαναστατών και στη συνέχεια ο Διάκος οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι (Λαμία), το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς, όμως, επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνείται να βοηθήσει, επειδή θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.
Η Οθωμανική διοίκηση θορυβείται από τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση, τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο. Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.
Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι οπλαρχηγοί της περιοχής συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου) και  αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.
Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας. Μάχεται ηρωικά, τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.
Ο επίλογος της μάχης της Αλαμάνας γράφεται την επόμενη ημέρα (24 Απριλίου). Ο τραυματισμένος Αθανάσιος Διάκος μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία. Οι Οθωμανοί του προτείνουν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Διάκος υπερήφανα αρνείται: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ να πεθάνω» φέρεται να τους απάντησε.
Ο ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν θέλησε να τον σκοτώσει, αφού τον γνώριζε πολύ καλά από την αυλή του Αλή Πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του. Επέμενε, όμως, ο Χαλήλμπεης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, ο οποίος έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, ιεραρχικά ανώτερο του Ομέρ Βρυώνη, ότι ο Διάκος θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά, επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους. Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα. Προτού ξεψυχήσει ο Διάκος λέγεται ότι αναφώνησε το αυτοσχέδιο τετράστιχο:
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι
Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου συγκλόνισε και ταυτόχρονα εμψύχωσε τους αγωνιστές. Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα...
Ο Θάνατος του Διάκου:
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ'αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
- Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν' έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν' εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν'απάν' από τη χούφτα
κι' έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι' Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξης, να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;
Κι' εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι' εσείς και' η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ' απεθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ' έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γω κι' ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Εμέν' αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη
ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού :
Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι' άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

- Πολλή μαυρίλα ν' έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:
- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
π' εκεί είν' ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ' με
τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

Κι' έμειν' ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι' αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
απ' τις μπαρούτες τις πολλές κι' απ'τα πολλά τα σμπάρα.

Τσακίστη το ντουφέκι του απ'τα πολλά ντουφέκια,
το 'σπασε το σπαθάκι του απάν' από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν' τα κοντοτουρκάκια.

Κι' ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
- Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;
- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι' ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
- Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π' ανοίγουν τα λουλούδια!