ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΠΑΝΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1824

Πάνος Κολοκοτρώνης
1798 – 1824

Πάνος Κολοκοτρώνης


Πάνος Κολοκοτρώνης: Αγωνιστής του '21, που δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια του Β' Εμφυλίου Πολέμου (Ιούλιος 1824 - Ιανουάριος 1825).
Ο Πάνος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1798 (κατ' άλλους το 1800) στο Λεοντάρι Αρκαδίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του ηγέτη της Ελληνικής Επανάστασης
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούσου, κόρης προεστού του Λεονταρίου. Έζησε για πολλά χρόνια στη Ζάκυνθο και ήταν από τους πιο μορφωμένους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Όπως αναφέρει ο Φωτάκος στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, ο Πάνος Κολοκοτρώνης «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».
Με την έκρηξη της Επανάστασης αποβιβάστηκε με τον αδελφό του
Ιωάννη (γνωστότερο ως Γενναίο) στην Πελοπόννησο και συμμετείχε αρχικά στην εξέγερση των Ηλείων κατά των Λαλαίων Τουρκαλβανών (Απρίλιος 1821). Στη συνέχεια έλαβε μέρος στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 - 13 Μαΐου 1821), στην πολιορκία και την κατάληψη της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και στην απόκρουση της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 - 28 Ιουλίου 1822).
Το 1822 ονομάστηκε χιλίαρχος και ανέλαβε πρώτος πολιτάρχης (δήμαρχος) της Τριπολιτσάς. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς παντρεύτηκε στο Ναύπλιο τη μικρότερη κόρη της
Μπουμπουλίνας, Ελένη Μπούμπουλη. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1823 προβιβάστηκε σε στρατηγό και ανέλαβε φρούραρχος του Ναυπλίου (10 Ιουνίου) με απόφαση της Β' Εθνοσυνελεύσεως, που συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης εμφύλιας διαμάχης (Φθινόπωρο 1823 - Ιούλιος 1824) μεταξύ πολιτικών («Κυβερνητικοί») και στρατιωτικών («Αντικυβερνητικοί»), ο Πάνος Κολοκοτρώνης τάχθηκε με τους «Αντικυβερνητικούς», των οποίων ηγείτο ο πατέρας του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη του Ναυπλίου και μετά τη χορήγηση αμνηστίας (Ιούλιος 1824) κινήθηκε προς την Πάτρα για να ενισχύσει την πολιορκία της πόλης, αλλά ανακλήθηκε στην Αρκαδία για να αντιμετωπίσει την επιδρομή των «Κυβερνητικών», κατά τη διάρκεια του Β' Εμφυλίου Πολέμου. Το κυβερνητικό στρατόπεδο συγκροτήθηκε αυτή τη φορά από τη συμμαχία νησιωτών και ρουμελιωτών, με ηγέτη τον Υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη. Αντίπαλοί τους οι «Αντικυβερνητικοί» Πελοποννήσιοι, πρόκριτοι και στρατιωτικοί υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Στις
13 Νοεμβρίου 1824 (κατ’ άλλους στις 21 Νοεμβρίου 1824) ο Πάνος Κολοκοτρώνης και οι άνδρες βάδιζαν μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι (σημερινό Παλλάντιο) Αρκαδίας, έχοντας κατεύθυνση προς το γειτονικό χωριό Σύλιμνα, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Στόχος των «Αντικυβερνητικών» η Τρίπολη, την οποία κατείχαν οι «Κυβερνητικοί». Κατά τη διάρκεια της πορείας, ο Πάνος Κολοκοτρώνης πληροφορήθηκε ότι σε συμπλοκή νωρίτερα μεταξύ «Κυβερνητικών» υπό τον οπλαρχηγό Βάσο Μαυροβουνιώτη (αγωνιστής του '21 με καταγωγή από το Μαυροβούνιο, Βάσο Μπράγιοβιτς το πραγματικό όνομά του) και «Αντικυβερνητικών», είχε συλληφθεί ο Στάικος Σταϊκόπουλος, επιφανής «αντικυβερνητικός».
Στην προσπάθειά του να τον απελευθερώσει δέχθηκε επίθεση από το σώμα του Μαυροβουνιώτη και οι άνδρες του διαλύθηκαν. Δίπλα στον Πάνο Κολοκοτρώνη έμειναν ο υπασπιστής του Γιάννης Βατικιώτης, ο γραμματικός του Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο φροντιστής του Ανούτσος Σαμαρόνης. Ξαφνικά κι ενώ εβάδιζαν προς το Μπεσίρι, γύρω στις 4 το απόγευμα δέχθηκαν επίθεση από μια ομάδα 25 Βουλγάρων, που ανήκαν στις κυβερνητικές δυνάμεις της Τρίπολης και είχαν ως επικεφαλής τον ομοεθνή τους Κότζιο. Μία σφαίρα διαπέρασε το κρανίο του Πάνου Κολοκοτρώνη και τον άφησε άπνου.
Όπως αναφέρουν στα απομνημονεύματά τους ο Κανέλλος Δεληγιάννης και ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, που ήταν αυτόπτης μάρτυς, οι Βούλγαροι λαφυραγώγησαν τη σορό του Κολοκοτρώνη και την εγκατέλειψαν. Του αφαίρεσαν ακόμη και τα εσώρουχά του και άφησαν το νεκρό σώμα του γυμνό. Στη συνέχεια έσπευσαν στην Τρίπολη να αναγγείλουν το κατόρθωμά τους στους «Κυβερνητικούς». Ο Πάνος Κολοκοτρώνης ενταφιάστηκε την επομένη στο γειτονικό χωριό Σύλιμνα, όπου βρισκόταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Σχετικά - Το κρανίο του Πάνου Κολοκοτρώνη, άγνωστο πώς, σώθηκε και φυλάσσεται στο Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας (Μέγαρο Παλαιάς Βουλής), διάτρητο από σφαίρες.
- Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Τρίπολη, η Ελένη Κολοκοτρώνη συνήψε ερωτική σχέση με τον στρατηγό και μετέπειτα πολιτικό Θεοδωράκη Γρίβα (1797-1862) κι ενώ ο σύζυγός της ήταν απασχολημένος με την εμφύλια διαμάχη. Τον παντρεύτηκε λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, το Μάιο του 1825.
- Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απέκτησε το 1836 ένα εξώγαμο τέκνο από τη σχέση του με την Μαργαρίτα Βελισσάρη. Ονομάστηκε Πάνος, σε ανάμνηση του δολοφονηθέντος πρεσβύτερου αδελφού του. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1836-1893) σταδιοδρόμησε στο Στρατό ως αξιωματικός του Πυροβολικού και διετέλεσε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων (1881-1885).

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/563#ixzz3IywnX8r1


Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1849

Νικήτας Σταματελόπουλος
1782 – 1849

Νικήτας Σταματελόπουλος
Nικήτας Σταματελόπουλος: Γνωστότερος ως Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ήρωας της Ελληνικές Επανάστασης. Ήρωας του '21, γνωστός τοις πάσι με το προσωνύμιο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.
Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης και ήταν γιος του κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα και της Σοφίας Καρούτσου, αδελφής της γυναίκας του
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή, γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σε ηλικία 11 χρονών βγήκε στο κλαρί με την ομάδα του πατέρα του και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του οποίου αργότερα παντρεύτηκε την κόρη Αγγελίνα. Η ανδρεία και τα σωματικά του προσόντα τον οδήγησαν το 1805 στη ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Εκεί εντάχθηκε στο ρωσικό τάγμα, που πολέμησε τον Ναπολέοντα στην Ιταλία. Αργότερα, επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να υπηρετήσει αυτή τη φορά τους Γάλλους, που είχαν καταλάβει το νησί. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς. Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο». Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.
Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-
28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση. Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνος περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε το 1839 ως αρχηγός συνωμοτικής ομάδας, αλλά στη δίκη του (11 Σεπτεμβρίου 1840), αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων. Εντούτοις, η κράτησή του παρατάθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία του και σχεδόν να τυφλωθεί. Αποφυλακίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά. Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και έλαβε μία τιμητική σύνταξη, η οποία ήταν ο μόνος πόρος της ζωής του. Το 1847 διορίσθηκε μέλος της Γερουσίας και δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον Ιωάννη Σταματελόπουλο, που ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία υπαγόρευσε στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/287#ixzz3EMGTZJ51


Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1858 ΑΦΗΝΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΠΝΟΗ

Γεώργιος Ζαλοκώστας
1805 – 1858

Γεώργιος Ζαλοκώστας

Γεώργιος Ζαλοκώστας: Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης και λογοτέχνης.
Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1805. Ήταν γιος του πλούσιου εμπόρου Χριστόφορου Ζαλοκώστα, που έπεσε στη δυσμένεια του Αλή Πασά και αναγκάστηκε να καταφύγει με την οικογένειά του στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εκεί, ο νεαρός Γεώργιος πήγε σε ιταλικό σχολείο, άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και ξεκίνησε σπουδές νομικής, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε.
Μετά την έναρξη της επανάστασης του 1821 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πύργο της Ηλείας. Εκεί έχασε και τους δύο γονείς του σε μία μέρα και λίγο αργότερα τον αδερφό του Δημήτριο. Έφυγε για το Μεσολόγγι και υπήρξε ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες της ηρωικής Εξόδου το 1826. Στη συνέχεια πολέμησε δίπλα στον οπλαρχηγό Παπασταθόπουλο και μετά την απελευθέρωση υπηρέτησε ως οικονομικός αξιωματικός του Στρατού και της Χωροφυλακής.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1851 με τη βράβευσή του στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό για το ποίημά του «Μεσολόγγιον». Το ποιητικό έργο του κινήθηκε άλλοτε στο χώρο της καθαρεύουσας και άλλοτε στα πλαίσια μιας απλούστερης γλώσσας, με επιρροές που καλύπτουν το ευρύ φάσμα, από το ρομαντισμό των αδερφών Σούτσων και το νεοκλασικιστικό ιδεώδες ως την ποίηση του Σολωμού και της Επτανησιακής σχολής.
Έγραψε κάθε είδους ποιήματα (πατριωτικά, λυρικά, ρομαντικά) και τραγούδησε με την ποίησή του, όσο μπορούσε, τις πίκρες που του επιφύλαξε η ζωή. Και οι πίκρες αυτές ήταν πολλές. Αρκεί να σημειωθεί ότι από τα εννιά παιδιά που είχε, έχασε τα επτά. Και σαν σεμνός και εσωστρεφής χαρακτήρας που ήταν, έδωσε στην ποίηση ολόκληρο τον εαυτό του. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, τη μετάφραση, το αισθητικό και το λογοτεχνικό δοκίμιο, ενώ συνεργάστηκε στην έκδοση των περιοδικών «Μνημοσύνη» και «Ευτέρπη».
Από τα ποιήματά του γνωστότερα είναι: «Χάνι της Γραβιάς», «Μπότσαρης», «Η κόρη του γερο-Μούρτου», «Η μάχη του Σοβελάκου», «Σκιαί του Φαλήρου», «Αρματολοί και Κλέφτες», «Το φίλημα» και «Η αναχώρησίς της». Τα δυο τελευταία μελοποιήθηκαν και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στην εποχή τους. Στις μέρες μας, «Το Φίλημα» το γνωρίζουμε ως δημοτικό τραγούδι, ενώ «Η αναχώρισίς της» μελοποιήθηκε και από τον Γιάννη Σπανό με ερμηνευτή το Μιχάλη Βιολάρη (1968).
Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας πέθανε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 1858, σε ηλικία 53 ετών.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1877

Κωνσταντίνος Κανάρης
1793 – 1877
Κωνσταντίνος Κανάρης
Κωνσταντίνος Κανάρης: Ηγετική μορφή του '21, στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1793 ή το 1795 στα Ψαρά, στους κόλπους μιας οικογένειας με μεγάλη ναυτική παράδοση. Ο πατέρας του Μιχαήλ ή Μικές Κανάργιος ή Κανάριος διατέλεσε επανειλημμένα δημογέροντας του νησιού και από τον γάμο του με τη Μαρία απέκτησε τρία αγόρια, τον Αναγνώστη, τον Γεώργιο και τον Κωνσταντίνο.
Ο Κωνσταντής έμεινε ορφανός από μικρός και ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα με το επίθετο Κανάρης. Δούλεψε ως μούτσος στο μπρίκι του θείου του Δημήτρη Βουρέκα, που μετέφερε Σουλιώτες από την Πάργα στη Λευκάδα και έμαθε τα μυστικά της θάλασσας. Μετά τον θάνατο του θείου, ανέλαβε καπετάνιος του πλοίου του, με το οποίο πραγματοποίησε πολλά εμπορικά ταξίδια στη Μεσόγειο. Σε ηλικία 22 ετών παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη γνωστής ναυτικής οικογένειας των Ψαρών, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά.
Ο Κανάρης δεν φαίνεται να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αλλά όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ήταν από τους πρώτους που έλαβαν μέρος στον Αγώνα. Κατατάχθηκε ως απλός ναύτης στον ψαριανό στολίσκο, που συγκρότησε ο φίλος του Νικολής Αποστόλης. Από τις πρώτες επιχειρήσεις άρχισε να εξειδικεύεται στα πυρπολικά και να γίνεται ο φόβος και ο τρόμος του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα στενά όρια του ελληνικού χώρου και έγραψαν γι' αυτόν ο λόρδος Βύρων, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ενώ ο άγγλος ιστορικός Γκόρντον σημείωνε «είναι ο πιο έξοχος εκπρόσωπος του ηρωισμού, που η Ελλάδα όλων των εποχών μπορεί να υπερηφανεύεται».
Ο Κανάρης κέρδισε την εκτίμηση και των συναγωνιστών του και για τη σωφροσύνη του χαρακτήρα του. Γι' αυτό ανήλθε και στα υψηλότερα αξιώματα της Πολιτείας μετά την απελευθέρωση. Το 1827 αντιπροσώπευσε τα Ψαρά στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και ήταν ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για την καταστολή των διαφόρων ανταρσιών στη Μάνη και την Ύδρα. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση και εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου.
Κατά την Οθωνική περίοδο ανακλήθηκε στην υπηρεσία και έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποναυάρχου. Κατόπιν διορίστηκε γερουσιαστής και αναμίχθηκε στην πολιτική με το Ρωσικό Κόμμα. Συμμετείχε στην επαναστατική κίνηση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα. Μέχρι την έξωση του Όθωνα χρημάτισε επανηλειμμένα υπουργός και δύο φορές πρωθυπουργός (16 Φεβρουαρίου 1844 - 30 Μαρτίου 1844, 15 Οκτωβρίου 1838, 12 Δεκεμβρίου 1849). Το 1862 ήταν ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της αντιοθωνικής κίνησης. Όταν ο βασιλιάς, σε μια προσπάθειά του να τον προσεταιρισθεί, του ανέθεσε για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, αυτός δεν δίστασε να καταθέσει την εντολή, επειδή ο Όθων δεν ενέκρινε ορισμένους από τους υπουργούς του.
Μετά την έξωση του Όθωνα, ορίστηκε μέλος της τριανδρίας Βούλγαρη, Κανάρη, Ρούφου και το 1863 πήγε στη Δανία ως ένας από τους αντιπροσώπους του Έθνους για να προσφέρει το στέμμα στον βασιλιά Γεώργιο Α'. Στη συνέχεια ανέλαβε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου και δύο φορές πρωθυπουργός (5 Μαρτίου 1864 - 16 Απριλίου 1864, 27 Ιουλίου 1864 - 2 Μαρτίου 1865). Κατόπιν αποσύρθηκε της πολιτικής και ιδιώτευσε στο σπίτι του στην Κυψέλη (Κυψέλης 56), όπου καθημερινά δεχόταν φίλους και θαυμαστές του. Στις 26 Μαΐου 1877, σε ηλικία 82 ετών, επανήλθε στην πολιτική και ανέλαβε πρωθυπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση που σχηματίστηκε για να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες από τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο. Ο «ναύαρχος», όπως τον αποκαλούσε ο λαός, πέθανε επί των επάλξεων της πολιτικής στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 και κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια στο Α' Νεκροταφείο.

Οι κυριότερες πολεμικές ενέργειες του Κανάρη στην Επανάσταση του '21:

  • Πυρπολεί την ναυαρχίδα του καπετάν πασά Καρά Αλή στη Χίο (6 - 7 Ιουνίου 1822). 2.000 νεκροί Οθωμανοί, ανάμεσά τους και ο Καρά Αλής.
  • Ανατινάζει τουρκικό δίκροτο στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδας (28 Οκτωβρίου 1822). Επρόκειτο για την υποναυαρχίδα του νέου αρχιναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ Πασά, που είχε διαδεχθεί τον Καρά Αλή. 800 νεκροί Οθωμανοί.
  • Πυρπολεί τουρκική φρεγάτα κοντά στη Σάμο (5 Αυγούστου 1824), εκδικούμενος την καταστροφή της Κάσου και της πατρίδας του. 600 νεκροί Οθωμανοί.
  • Πυρπολεί τουρκική κορβέτα στα ανοιχτά της Μυτιλήνης (23 - 24 Σεπτεμβρίου 1824).
  • Και η τολμηρότερη ενέργεια του: αποπειράται να πυρπολήσει τον αιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας (10 Αυγούστου 1825). Το εγχείρημα απέτυχε, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών (απρόοπτος μεταβολή του ανέμου).

Τα παιδιά του Κωνσταντίνου Κανάρη:

  • Νικόλαος (1818-1848), σκοτώθηκε σε ειδική αποστολή στη Βηρυτό.
  • Θεμιστοκλής (1819-1851), σκοτώθηκε σε ειδική αποστολή στην Αίγυπτο.
  • Μιλτιάδης (1822-1899), ναύαρχος και πολιτικός.
  • Λυκούργος (1826-1865), νομικός.
  • Μαρία (1828-1847)
  • Αριστείδης (1831-1863), αξιωματικός. Σκοτώθηκε έξω από τα ανάκτορα (Ηρώδου του Αττικού), κατά τη διάρκεια των «Ιουνιανών».
  • Θρασύβουλος (1834-1898), ναύαρχος.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1872 ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 21 ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ

Νικόλαος Κασομούλης
1795 – 1872

Νικόλαος Κασομούλης

Νικόλαος Κασομούλης: Μακεδόνας αγωνιστής του '21 και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο Νικόλαος Κασομούλης γεννήθηκε στη Σιάτιστα της Κοζάνης το 1795. Ήταν γιος του εμπόρου και προεστού της περιοχής Κώστα Κασομούλη, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Νάουσας από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1822. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στις Σέρρες για να επεκτείνει την οικογενειακή επιχείρηση. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γεώργιο, Δημήτριο και Ιωάννη.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, ο Νικόλαος Κασομούλης συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Όλυμπο και τη Χαλκιδική. Μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Μακεδονία, κατέβηκε και πολέμησε στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο. Το 1826 βρέθηκε κλεισμένος στο Μεσολόγγι κατά τη μεγάλη πολιορκία. Έλαβε μέρος στην έξοδο και σώθηκε, όχι όμως και ο αδελφός του Δημήτριος. Στη συνέχεια, πολέμησε κοντά στον Καραϊσκάκη στην Αττική.
Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836 στην Αιτωλοακαρνανία, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αδερφός του Γεώργιος, που υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός. Για τις υπηρεσίες του αυτές εντάχθηκε στη Βασιλική Φάλαγγα (στρατιωτικό σώμα που ίδρυσε ο Όθωνας από αγωνιστές του '21) και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχη.
Ο Κασομούλης, εκτός από τους αγώνες του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του '21, κατέλειπε και ιστορικό έργο. Τα χειρόγραφα απομνημονεύματά του με τον τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», εκδόθηκαν το 1939 σε τρεις τόμους από τον ιστοριοδίφη και συγγραφέα Γιάννη Βλαχογιάννη (1867-1945). Το έργο αυτό είναι πολύτιμο, γιατί εκτός από τις διάφορες ιστορικές πληροφορίες που μας δίνει, μας περιγράφει πιστά και τα της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς και τους αγώνες και τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Στο Ημερολόγιό του αναφέρεται διεξοδικά στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836.
Σε μεγάλη ηλικία, ο Νικόλαος Κασομούλης εγκαταστάθηκε στη Στυλίδα, όπου πέθανε στις 20 Αυγούστου του 1872.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1835 ΠΕΘΑΝΕ Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

Ανδρέας Μιαούλης
1769 – 1835
Ανδρέας Μιαούλης

 
Ανδρέας Μιαούλης. Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.
Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.
Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.
Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.
Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.
Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.
Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΘΑΝΑΤΩΝΕΤΕ ΤΟ 1825 ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Οδυσσέας Ανδρούτσος
Οδυσσέας Ανδρούτσος

Οδυσσέας Ανδρούτσος. Από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της  Επανάστασης του 21. Έπεσε θύμα των εμφύλιων διαμαχών κατά την διάρκεια του Αγώνα και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν ο μονάκριβος γιός του ξακουστού αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Στο νησί του Οδυσσέα είχε καταφύγει η μητέρα του για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων, επειδή ο πατέρας του είχε ακολουθήσει τον θαλασσομάχο Λάμπρο Κατσώνη στις ανά το Αιγαίο περιπέτειές του. Εκεί βαφτίστηκε το 1792 από την γυναίκα του Κατσώνη Μαρουδιά, που για τον ίδιο λόγο είχε ζητήσει και αυτή άσυλο στο νησί. Προς τιμή του ομηρικού ήρωα του δόθηκε το όνομα Οδυσσέας. Ο ίδιος όμως πατρίδα του θεωρούσε την πατρίδα του πατέρα του, τις Λιβανάτες της Λοκρίδας.
΄Οταν ο Αλή Πασάς έμαθε πως ο φίλος του καπετάν Ανδρούτσος, που εν τω μεταξύ είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους το 1797, άφησε γιο, τον πήρε κοντά του, στην αυλή του στα Γιάννενα, που αποτελούσε τότε σπουδαίο στρατιωτικό σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν αρκετοί  Έλληνες αγωνιστές του Εικοσιένα. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο μικρός Οδυσσέας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και να μιλάει ιταλικά και αρβανίτικα. Η σωματική του δύναμη ήταν παροιμιώδης και διηγούνται αναρίθμητα κατορθώματά του. Κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι “επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος”.
Το 1816 ο Αλή Πασάς τον έστειλε αρματολό στην Λειβαδιά, αφού τον πάντρεψε πρώτα με την Ελένη Καρέλη. Εκεί έμεινε ως τις παραμονές του 1821. Τον Οκτώβριο του 1820, μετά από διαμάχη με τους τοπικούς άρχοντες έφυγε και την θέση του πήρε ο Αθανάσιος Διάκος. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα
Μόλις ξέσπασε η Επανάστση βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του Αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Ρούμελης. Στις 8 Μαίου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στον Αγώνα μιά από τις πιό δοξασμένες μάχες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στην Γραβιά έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο.
Το 1822 φθάνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει την διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης με φρούραρχο τον Γιάννη Γκούρα. Στην Ακρόπολη έκανε διάφορα οχυρωματικά έργα και την εξασφάλισε με νερό που δεν είχε. Στο μεταξύ νέα εχθρικά σώματα πλημμύρισαν την Ρούμελη. Κι επειδή ο Οδυσσέας δεν είχε αρκετές δυνάμεις να αντισταθεί, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους. Ήταν τα λεγόμενα “καπάκια” (προφορικές συμφωνίες), ένα τέχνασμα για κερδίσει χρόνο, το οποίο όμως παραξηγήθηκε από τους εχθρούς του (κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Ρούμελης και Ιωάννης Κωλέττης), που δεν τον συμπαθούσαν, λόγω της μεγάλης επιρροής που ασκούσε στο λαό.
Ο Ανδρούτσος οργισμένος από την συμπεριφορά των πολιτικών παρατείται και η κυβέρνηση στέλνει τον Νούτσο και τον Παλάσκα να τον αντικαταστήσουν. Υποψιαζόμενος ότι οι δυό απεσταλμένοι της κυβέρνησης έρχονται να τον σκοτώσουν, χάνει την ψυχραιμία του και με την ανοχή του οι άνδρες του τους σκοτώνουν. Ο Κωλέττης τον επικηρύσσει για 5.000 γρόσια και ο Υπουργός Εκκλησιαστικών επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφορίζει. Όμως η κάθοδος του Δράμαλη αναγκάζει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την επικήρυξη και τον αφορισμό του Ανδρούτσου, ο οποίος αναλαμβάνει ξανά δράση. Δεν κατορθώνει να εμποδίσει την κάθοδο του Οθωμανού πολέμαρχου στην Πελοπόννησο, αλλά δεν αφήνει να περάσουν εφοδιοπομπές και ενισχύσεις για την στρατιά του.
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Ανδρούτσος επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε δύο σχολεία στην Αθήνα και κάλεσε τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλλονιά να έρθουν να διδάξουν, χωρίς να εισακουσθεί. Γρήγορα καινούργιες στρατιωτικές επιχειρήσεις τον έκαναν να φύγει από την Αθήνα για την Ανατολική Ρούμελη. Τον Νοέμβριο του 1822 ηττάται από τον Κιοσέ Μεχμέτ στο Δαδί και παρολίγο να αιχμαλωτισθεί, ενώ τον Ιούλιο του 1823 ανακόπτει στην Βοιωτία την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη Πασά.
Ο ηρωϊσμός του, το προοδευτικό του πνεύμα και το ομηρικό του όνομα, στάθηκε αφορμή να θέλουν να τον γνωρίσουν όλοι οι Ευρωπαϊοι φιλέλληνες που κατέβηκαν στην επαναστατημένη Ελλαδα. Με πολλούς από αυτούς συνεργάστηκε για διάφορα κοινωφελή έργα και τον φίλο του λόρδου Βύρωνα, τον Άγγλο Έντουαρντ Τρελόνι, τον έκανε γαμπρό του, δίνοντάς του την ετεροθαλή αδελφή του Ταρσίτσα.
Η διαμάχη του και ο παραγκωνισμός του από τους αντιπάλους του ανάγκασαν τον πεισματάρη και οξύθυμο πολέμαρχο να πάρει τους άνδρες του και να έλθει στην Βοιωτία στις αρχές του 1825. Εκεί προέβη σε νέα “καπάκια” με τους Τούρκους με σκοπό να εκβιάσει την κυβέρνηση, χωρίς όμως να προδώσει την επανάσταση. Οι εχθροί του βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία να χαρακτηρίσουν την πράξη του αντεθνική και τον ίδιο προδότη. Η κυβέρνηση έστειλε εναντίον του ισχυρή στρατιωτική δύναμη με αρχηγό τον παλαιό του φίλο Γιάννη Γκούρα, που απο καιρό είχε γίνει ο προσωπικός του εχθρός.
Ο Οδυσσέας αποφεύγοντας συστηματικά κάθε συμπλοκή με τα κυβερνητικά σώματα για να μη χυθεί πολύτιμο αδελφικό αίμα, αποτραβήχτηκε στις Λιβανάτες.Ύστερα από μερικές μικροσυμπλοκές στις αρχές Απριλίου παραδόθηκε στον Γκούρα (7 Απριλίου 1825) με την ρητή υπόσχεση ότι θα τον έστειλνε στην Πελοπόννησο για να δικαστεί από την Διοίκηση.
Ο Γκούρας όμως δεν κράτησε την υπόσχεσή του.Τον φυλάκισε στην Αθήνα, πάνω στην Ακρόπολη. Επειδή στο μεταξύ ξεσηκώθηκαν διάφοροι αγωνιστές με πρώτο τον Καραϊσκάκη για την άδικη κακομεταχείριση του Ανδρούτσου και επειδή ο ίδιος ζητούσε να περάσει το συντομότερο από δίκη, ο Γκούρας πρόσταξε να τον θανατώσουν στις 5 Ιουνίου του 1825.
Για να καλύψουν το έγκλημά τους πέταξαν το πτώμα του στο λιθόστρωτου του Ναού της Απτερου Νίκης και διέδωσαν πως ο φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει και σκοτώθηκε. Τον έθαψαν προσωρινά στην εκκλησία της Σωτήρας στο Ριζόκαστρο. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά, τοποθετώντας τον ανάμεσα στους κορυφαίους ήρωες του Εικοσιένα. Μα και το κράτος τον δικαίωσε. Το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 28 ΜΑΪΟΥ 1886 ΠΕΘΑΝΕ Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΝΑΣΤΟΥΛΗΣ ΔΑΓΚΛΗΣ

Ναστούλης Δαγκλής
1800 – 1886

Ναστούλης Δαγκλής
Ναστούλης Δαγκλής: Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης από το Σούλι. Ναστούλης Δαγκλής
Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης από το Σούλι.
Ο Αναστάσιος Δαγκλής (Ναστούλης ήταν το χαϊδευτικό του) γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1800 στο Σούλι. Ήταν γιος του οπλαρχηγού Γκόγκα Δαγκλή ή Νταγκλή (1762-1807), αρχηγού της ονομαστής φάρας των Δαγκλήδων.
Υπηρέτησε νεότατος ως αξιωματικός στον αγγλικό στρατό στην Κέρκυρα, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του από το 1803. Το 1819 επέστρεψε στο Σούλι για να υποστηρίξει την ανταρσία του Αλή Πασά κατά του Σουλτάνου. Μετά την υπογραφή της συνθήκης μεταξύ Σουλιωτών και Αλή Πασά, κρατήθηκε ως όμηρος στο Κάστρο των Ιωαννίνων έως τον θάνατο του Αλή Πασά και την κατάληψη της πόλης από τον Χουρσίτ Πασά (Ιανουάριος 1822). Ο Χουρσίτ τον έστειλε σιδηροδέσμιο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά από έξι μήνες απελευθερώθηκε και κατέφυγε στην Κεφαλλονιά.
Τον Δεκέμβριο του 1823 πήγε στο Μεσολόγγι, όπου γνώρισε τον λόρδο Βύρωνα και υπηρέτησε υπό τις διαταγές του μέχρι τον θάνατο αυτού στις 19 Απριλίου 1824. Κατά τη διάρκεια του 1824 πολέμησε με τα αδέλφια του Γούτη και Φώτη στις μάχες γύρω από το Καρπενήσι και τα Σάλωνα (Άμφισσα).
Το 1826 μετείχε ως πληρεξούσιος Σουλίου στην Γ' Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, η οποία ξεκίνησε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου, αλλά τις διέκοψε πρόωρα στις 16 Απριλίου, λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια επανήλθε στη στρατιωτική δράση, λαμβάνοντας μέρος στις μάχες της Δόμβραινας (15 Οκτωβρίου), της Αράχωβας (18-24 Νοεμβρίου) και του Διστόμου (17-20 Ιανουαρίου 1827), υπό τις διαταγές του Γεωργίου Καραϊσκάκη.
Μετά τον θάνατο του Έλληνα στρατηλάτη (23 Απριλίου 1827) εντάχθηκε ως πρώτος υπασπιστής του αρχιστρατήγου των κατά ξηρά ελληνικών δυνάμεων Ριχάρδου Τσωρτς. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Δυτικής Ελλάδας (1828-1829) και πολέμησε στις μάχες του Ανατολικού (Αιτωλικού), του Μακρυνόρους και στην πολιορκία της Βόνιτσας.
Μετά την έλευση του Όθωνα έλαβε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Αγώνα. Παρέμεινε στον νεοσύστατο ελληνικό στρατό και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Τιμήθηκε με τον αριστείο του Αγώνα και με τον αργυρό Σταυρό του Σωτήρος.
Ο Αναστάσιος (Ναστούλης) Δαγκλής πέθανε στις 28 Μαΐου 1886, σε ηλικία 86 ετών.