ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1895

Φώτης Κόντογλου
1895 – 1965

Φώτης Κόντογλου
Φώτης Κόντογλου: Μικρασιάτης λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τα επίλεκτα μέλη της γενιάς του '30, που αναζήτησε την ελληνικότητά της μέσα από την επιστροφή στις ρίζες. Μαθητές του υπήρξαν οι διακεκριμένοι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος.
Γεννήθηκε στο Αϊβαλί (τις αρχαίες Κυδωνίες) στις
8 Νοεμβρίου 1895 και ήταν γιος του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου. Νήπιο ακόμη έχασε τον πατέρα του και ανατράφηκε από τη μητέρα του και τον θείο του ιερομόναχο Στέφανο Κόντογλου. Γι' αυτό και όταν μεγάλωσε υιοθέτησε το οικογενειακό επίθετο της μητέρας του. Το συγγραφικό και εικαστικό του τάλαντο άνθισε νωρίς. Όντας μαθητής Γυμνασίου, εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα» με κείμενα δικά του και των συμμαθητών του, τα οποία εικονογραφούσε ο ίδιος.
Το 1913 άφησε τη γενέθλια πόλη του και μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, παρότι προς στιγμήν σκέφθηκε να γίνει ναυτικός. Το κλίμα στη Σχολή δεν τον σήκωνε, αφού μεταξύ των καθηγητών του κυριαρχούσε το ακαδημαϊκό στυλ του Μονάχου, ενώ ο ίδιος ήταν φορέας άλλης αντίληψης, έχοντας γερά μέσα του ριζωμένο τον μικρασιατικό λαϊκό πολιτισμό. Το 1914 εγκατέλειψε τη Σχολή και έφυγε για την Ευρώπη. Μετά από μικρά παραμονή στη Μαδρίτη, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.
Γρήγορα έγινε γνωστός στους εικαστικούς κύκλους της γαλλικής πρωτεύουσας, όταν τον πρόσεξε ο διάσημος γλύπτης
Ογκίστ Ροντέν. Το 1916 βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα». Στο Παρίσι συνάντησε τον φίλο του και συμφοιτητή του Σπύρο Παπαλουκά, τον μετέπειτα σπουδαίο ζωγράφο. Την εποχή εκείνη έγραψε και το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, την ιστορία του φανταστικού κουρσάρου «Πέδρο Καζάς».
Το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί. Διδάσκει γαλλικά και ιστορία της τέχνης στο τοπικό παρθεναγωγείο. Παράλληλα, ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι» μαζί με τους Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα. Το 1921 στρατεύεται και μετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επακολουθήσασα Έξοδο του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, φθάνει πρόσφυγας στη Λέσβο και στη συνέχεια στην Αθήνα.
Η κυκλοφορία του «Πέδρο Καζάς» στην Αθήνα τον επιβάλλει αμέσως στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το βιβλίο είναι η ιστορία ενός Ισπανού κουρσάρου, γραμμένη με ένα ασυνήθιστο δυναμισμό και σε μια γλώσσα γεμάτη νεύρο και παλμό, που αντλούσε άμεσα από τις λαϊκές ρίζες και τα λαϊκά βιβλία παλαιότερης εποχής. Το 1925 παντρεύεται τη συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη και δύο χρόνια αργότερα γεννιέται η κόρη τους Δέσπω. Τα επόμενα χρόνια θα μοιράσει τον χρόνο του ανάμεσα στον χρωστήρα και τη γραφίδα, ενώ αξιόλογη είναι η θητεία του ως συντηρητή έργων τέχνης.
Το 1932 κτίζει το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού 16 (περιοχή Πατησίων), όπου μαζί με τους μαθητές του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο ζωγραφίζουν με νωπογραφίες ένα δωμάτιό του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, θύμα του μαυραγοριτισμού, αναγκάζεται να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και μετακομίζει με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ. Την εποχή αυτή ο Χριστιανισμός τον απορροφά εντελώς και αποφασίζει να τον διακονήσει ολόψυχα ως λογοτέχνης και ζωγράφος.
Ο Κόντογλου εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και προσηλώνεται με φανατισμό σε ό,τι θεωρεί καθαρά ελληνικό, βγαλμένο από την παράδοση του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις φορητές του εικόνες χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ωογραφίας. Πολλές από αυτές έχουν εκδοθεί από τον «Αστέρα». Αγιογράφησε πολλές εκκλησίες (Καπνικαρέα,
Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας Πατησίων, Ζωοδόχος Πηγή και Αγία Παρασκευή Παιανίας, Ευαγγελισμός Ρόδου, Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.ά).
Φιλοτέχνησε τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικών, ποιητικών συλλογών, πορτραίτα, ενώ το σημαντικότερο έργο στην κοσμική ζωγραφική είναι οι βυζαντινοπρεπείς νωπογραφίες του στο Δημαρχείο Αθηνών, με θέματα και πρόσωπα από την Ελληνική Ιστορία. Δούλεψε στο Βυζαντινό Μουσείο, το Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου και δημιούργησε το Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας. Σημαντική ήταν η συμβολή του στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών στον Μυστρά.
Ο Φώτιος Κόντογλου πέθανε στις
13 Ιουλίου 1965 στον «Ευαγγελισμό» από τις επιπλοκές που του είχε προκαλέσει ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες, που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική ζωγραφική. Το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο παρέμεινε εν πολλοίς στρατευμένο στην υπόθεση του Χριστιανισμού, όμως τα πρώιμα έργα του και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα «Πέδρο Καζάς» ανήκουν στις σημαντικές στιγμές της λογοτεχνίας μας.
Ενδεικτική Εργογραφία
«Πέδρο Καζάς» και «Βασάντα» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
«Γιαβάς ο Θαλασσινός» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
«Έκφρασις» Το εικαστικό μανιφέστο του Κόντογλου. («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
«Μυστικά Άνθη» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
Είπαν για τον Κόντογλου...
Νίκος Ζίας: «Νίκος Κόντογλου» («Εμπορική Τράπεζα»)
Συλλογικό: «Κόντογλου, Σημείον Αντιλεγόμενον» («Αρμός»)

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1987

Κωνσταντίνος Τσάτσος
1899 – 1987

Κωνσταντίνος Τσάτσος
Κωνσταντίνος Τσάτσος: Διπλωμάτης, πανεπιστημιακός, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος και πολιτικός. Κορυφαία προσωπικότητα της νεοελληνικής ζωής του 20ου αιώνα, που διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1975 έως το 1980.
Γεννήθηκε στην Αθήνα την
1η Ιουλίου 1899 και ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Δημήτρη Τσάτσου και της Θεοδώρας Ευστρατιάδου, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί στην Τεργέστη. Την εγκύκλια μόρφωση έλαβε στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Μακρή, το Β' Γυμνάσιο Νεάπολης και το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ στη συνέχεια σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα με τις σπουδές του ασχολήθηκε με τα έργα των κλασσικών Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, καθώς και με τη νεοελληνική λογοτεχνία και την ποίηση. Δημοσίευσε δύο τόμους ποιημάτων και θεατρικών έργων με το ψευδώνυμο Ύβος Δελφός.
Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε δικηγόρος Αθηνών και από το 1918 έως το 1920 ο πολύγλωσσος Τσάτσος τοποθετήθηκε στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.
Ακολούθησαν η στρατιωτική θητεία (1920-1923) και οι μεταπτυχιακές σπουδές (1924-1928) στην κοινωνική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία του δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Τα τέσσερα χρόνια της φοίτησής του στο ονομαστό Πανεπιστήμιο στάθηκαν αποφασιστικός σταθμός στην κατοπινή εξέλιξη της κοσμοθεωρίας του και γενικά της σκέψης του. Είχε την ευτυχία να έχει για δασκάλους τον Ρίκερτ, τον αναγνωρισμένο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας των αξιών, τον Γιάσπερς, τον θεμελιωτή του νεότερου υπαρξισμού, τον Ράντμπρουχ, κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας του δικαίου, και τον Γκούντολφ, τον μεγαλύτερο Γερμανό ιστορικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του και το 1929 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής με θέμα της διδακτορικής του διατριβής «Η Νομική ως τεχνική και επιστήμη», ενώ υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του περιοδικού - οργάνου της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας Επιστημών», μαζί με τους
Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, σε μια προσπάθεια να αντιπαρατεθούν στον ανερχόμενο τότε και στη χώρα μας ιστορικο-υλιστικό μαρξισμό, που εκπροσωπούσε ο Δημήτρης Γληνός.
Το 1930 εξελέγη υφηγητής και το 1932 έκτακτος καθηγητής στη Νομική Αθηνών, στην έδρα της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και εκτοπίσθηκε στη Σκύρο. Επί Κατοχής απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την απελευθέρωση και το 1945 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση
Βούλγαρη, καθώς και το Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Το 1946 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο και πολιτεύθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Χρημάτισε Υπουργός Εθνικής Παιδείας στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1949), καθώς και Υφυπουργός Συντονισμού στην Κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου (1951).
Το 1956 προσχώρησε στο νεοϊδρυθέν κόμμα της
Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), με το οποίο εξελέγη βουλευτής επανειλημμένως. Υπηρέτησε ως Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως (1956-1958) και Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στην Κυβέρνηση Καραμανλή (1961, 1963), καθώς και Υπουργός Δικαιοσύνης στη Κυβέρνηση Κανελλόπουλου (1967). Μετά τη μεταπολίτευση, ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1974 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και διετέλεσε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που διαμόρφωσε το ισχύον Σύνταγμα.
Στις
20 Ιουνίου 1975, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από τη Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 210 ψήφους επί 295 παρόντων βουλευτών. Παρέμεινε στο ύψιστο πολιτειακό αξίωμα έως το Μάιο του 1980, οπότε τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δημοσίευσε πλήθος επιστημονικών μελετών, νομικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, καθώς και λογοτεχνικών έργων. Το 1974 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Ευθύνη». Το 1961 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας διετέλεσε Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη, επίσης, ξένος εταίρος στις Ακαδημίες Γαλλίας, Ρουμανίας και Μαρόκου, καθώς και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, Τέχνης και Γραμμάτων. Το 1980 του απονεμήθηκε το μέγα ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη.
Το 1930 νυμφεύθηκε την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδελφή του ποιητή
Γιώργου Σεφέρη, με την οποία απέκτησε δύο κόρες: τη Δέσποινα Μυλωνά και τη χορογράφο Ντόρα Τσάτσου - Συμεωνίδη.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από την επάρατο νόσο, πέθανε στις
8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.
Ενδεικτική ΕργογραφίαΑυτοβιογραφικά
Λογοδοσία μιας ζωής (2000)
ΛογοτεχνικάΗ τριλογία της ψυχής μου (1923)
Ποιήματα (1924)
Δύο Δράματα (1924)
Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου (1973)
Ένας διάλογος για την ποίηση (1975)
ΦιλολογικάΠαλαμάς (1936)
Οι μεγάλοι ρήτορες και η ιστορία τους (1968)
Κικέρων (1968)
Δημοσθένης (1971)
ΦιλοσοφικάΔοκίμια αισθητικής και παιδείας (1960)
Αισθητικά δοκίμια (1961)
Διάλογοι σε μοναστήρι (1974)
Αισθητικά μελετήματα (1977)
Θεωρία της Τέχνης (1978)
Η ζωή σε απόσταση (1985)
Ο σύγχρονος κόσμος (1987)
Πριν από το ξεκίνημα (1988)
Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας
Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου (1932)
Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935)
Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941)
Ελληνική πορεία (1952)
Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου (1960)
Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962)
Αφορισμοί και διαλογισμοί (1965-69)
Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965)
Η Ελλάς και η Ευρώπη (1978)
Δημοκρατία και Ευρώπη (1982)
ΘεολογικάΑγάπη (για τη χριστιανική αγάπη) (1950)
Πολιτικές βιογραφίεςΕλευθέριος Βενιζέλος (1986)
Ο άγνωστος Καραμανλής (1986)
Μεταφράσεις
Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων (1980)
Οράτιος, Βιργίλιος, Προπέρτιος, Κάτουλος. (1981)

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1886

Παύλος Καλλιγάς
1814 – 1896

Παύλος Καλλιγάς
Παύλος Καλλιγάς: Έλληνας νομικός, πολιτικός, οικονομολόγος και λογοτέχνης· μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 19ου αιώνα στη χώρα μας. Το μυθιστόρημά του «Θάνος Βλέκας» (1856) θεωρείται πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Διετέλεσε δύο φορές Πρόεδρος της Βουλής την τριετία 1883-1885. Ο Παύλος Καλλιγάς γεννήθηκε το 1814 στην Τεργέστη, όπου είχε καταφύγει ο έμπορος πατέρας του, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια Μονάχου, Βερολίνου και Γενεύης. Το 1837 αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και τον ίδιο χρόνο επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ξεκίνησε ακαδημαϊκή καριέρα ως υφηγητής του Φυσικού Δικαίου (1838-1843) και στη συνέχεια ως καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγκρούστηκε, όμως, με την κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλέττη και απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο το 1845. Από το 1851 έως το 1859 υπηρέτησε στο δικαστικό σώμα.
Στην πολιτική εισήλθε το 1862, όταν εξελέγη πληρεξούσιος στη Β' Εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση. Διετέλεσε τρεις φορές υπουργός Εξωτερικών (1863-1864) και από μία φορά υπουργός Δικαιοσύνης και Εκκλησιαστικών Υποθέσεων (1865). Αργότερα, συντάχθηκε με το κόμμα του
Χαρίλαου Τρικούπη και εκλέχτηκε βουλευτής Αττικής το 1879.
Το 1883 ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, από το οποίο παραιτήθηκε το Μάιο του ίδιου χρόνου, μη ανεχόμενος τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου ο Χαρίλαος Τρικούπης. Το νομοθετικό έργο του υπουργείου αυτού, κατά την περίοδο που ο Καλλιγάς ήταν υπουργός, υπήρξε αξιολογότατο. Μεταξύ των άλλων, επέβαλε φόρο στην κατανάλωση του ζύθου και των οινοπνευματωδών ποτών.
Στις
4 Νοεμβρίου 1833 εκλέχτηκε πρόεδρος της Βουλής και επανεκλέχτηκε στις 8 Νοεμβρίου 1884. Τον επόμενο χρόνο ανέλαβε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το 1890 έως το 1896 διοικητής της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας, της οποίας είχε διατελέσει νομικός σύμβουλος από την ίδρυσή της το 1841. Ο Καλλιγάς άφησε πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, αποτελούμενο από εργασίες νομικού, ιστορικού και φιλολογικού περιεχομένου, όπως «Επίκρισις της Γνωστικής του Θεοφίλου Καΐρη» (1851), «Η εξάντλησις των κομμάτων» (1842), «Σύστημα Ρωμαϊκού Δικαίου» (1848), «Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας 1204-1453» (1893).
Από το λογοτεχνικό του έργο ξεχωρίζει το μυθιστόρημα «Θάνος Βλέκας» (1856), που θεωρείται το πρώτο αξιόλογο μυθιστόρημα της ελληνικής πεζογραφίας. Έργο προδρομικό της ηθογραφίας, αλλά και του μετέπειτα αστικο-κοινωνικού μυθιστορήματος, γραμμένο σε μία περίπου δυσνόητη καθαρεύουσα, είναι αποκαλυπτικό για το κοινωνικό υπόβαθρο εκείνης της εποχής, για τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων της και για τη νοοτροπία που ίσχυε και καθόριζε τις σχέσεις των κρατικών οργάνων και των πολιτών, σε μία εποχή που ληστοκρατία λυμαίνονταν ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο Παύλος Καλλιγάς πέθανε στην Αθήνα στις
16 Σεπτεμβρίου 1886, σε ηλικία 82 ετών.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/985#ixzz3DUccEyZJ