ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΑΣΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ ΥΠΟΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1963

Πράσινη Γραμμή

Πράσινη Γραμμή: Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου. Λέγεται και «Γραμμή Αττίλα» μετά το 1974 και εκτείνεται σε μήκος περίπου 300 χιλιομέτρων. Η «Πράσινη Γραμμή» χωρίζει τη Λευκωσία σε δύο τομείς, καθιστώντας τη σήμερα τη μόνη διαιρεμένη πρωτεύουσα στον κόσμο.
Η ιστορία της ξεκινά το βράδυ της
21ης Δεκεμβρίου 1963, όταν από ένα φαινομενικά ασήμαντο επεισόδιο ξέσπασαν δικοινοτικές ταραχές μεγάλης έντασης και έκτασης, με την Τουρκία να απειλεί με επέμβαση στη Μεγαλόνησο. Η σύρραξη αυτή έδωσε την αφορμή στη Μεγάλη Βρετανία να επιβάλει ένα από τα παλιά της σχέδια, τον διαχωρισμό μεταξύ ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών περιοχών.
Η σχετική συμφωνία (σε συνεννόηση με την Αθήνα και την Άγκυρα), που σήμανε και την παύση των εχθροπραξιών, υπεγράφη στις
30 Δεκεμβρίου 1963 στη Λευκωσία από τον βρετανό υπουργό Αποικιών Ντάνκαν Σάντις, τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας δρα Φαζίλ Κιουτσούκ, τον Πρόεδρο της Κυπριακής Βουλής Γλαύκο Κληρίδη και τον Πρόεδρο της Τουρκοκυπριακής Κοινοτικής Συνέλευσης Ραούφ Ντεκτάς.
Η οριοθέτηση της διαχωριστικής γραμμής ανατέθηκε στον βρετανό υποστράτηγο Πίτερ Γιανγκ, ο οποίος τη χάραξε πάνω στο χάρτη με ένα πράσινο μολύβι. Έτσι, τη γνωρίζουμε σήμερα ως «Πράσινη Γραμμή». Σκοπός της ήταν να αποτρέψει κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και η φύλαξή της ανατέθηκε στους κυανόκρανους του ΟΗΕ.
Η «Πράσινη Γραμμή» εκτεινόταν αρχικά στη Λευκωσία και χώριζε την πρωτεύουσα της Κύπρου σε δύο τομείς. Στη συνέχεια επεκτάθηκε και οριοθέτησε τους έξι τουρκοκυπριακούς θύλακες, που δημιουργήθηκαν μετά τα αιματηρά επεισόδια του Δεκεμβρίου. Η ένταση χαλάρωσε σε μεγάλο βαθμό το 1968, όταν άρχισαν οι δικοινοτικές συνομιλίες μεταξύ του Γλαύκου Κληρίδη και του
Ραούφ Ντενκτάς για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Με την ευκαιρία αυτή, άνοιξαν οι οδοί Λήδρας και Ερμού, ώστε να εξυπηρετούνται οι Τουρκοκύπριοι που εργάζονταν στον ελληνοκυπριακό τομέα.

Η δολοφονία του Τάσσου Ισαάκ 

Η σταδιακή πορεία προς την εξομάλυνση των σχέσεων των δυο κοινοτήτων διακόπηκε απότομα στις 15 Ιουλίου 1974, με το ελλαδικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή που ακολούθησε. Μετά τον «Αττίλα 2» (14 Αυγούστου 1974), η «Πράσινη Γραμμή» επεκτάθηκε σε μήκος 300 χιλιομέτρων, χωρίζοντας τις κατεχόμενες και τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Κατά πλάτος της «Πράσινης Γραμμής» δημιουργήθηκε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που ποικίλλει από λίγα μέτρα στη Λευκωσία έως κάποια χιλιόμετρα κοντά στο χωριό Αθιένου και επιτηρείται από τις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών.
Κατά μήκος της «Πράσινης Γραμμής» έχουν σημειωθεί κατά καιρούς επεισόδια ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Τα σοβαρότερα έγιναν το καλοκαίρι του 1996. Στις
11 Αυγούστου ελληνοκύπριοι διαδηλωτές εισήλθαν στη Νεκρή Ζώνη στην περιοχή της Δερύνειας, παρά την απαγόρευση εισόδου. Δέχθηκαν επίθεση από Τουρκοκύπριους πολίτες και αστυνομικούς, με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου ο 24χρονος Τάσσος Ισαάκ. Τρεις μέρες αργότερα, ένας άλλος ελληνοκύπριος ο 26χρονος Σολωμός Σολωμού σκοτώθηκε από πυρά Τουρκοκυπρίων, καθώς προσπαθούσε να ανέβει στον ιστό και να κατεβάσει μια τουρκική σημαία, σε ένδειξη πένθους για τον θάνατο του εξαδέλφου του Τάσσου Ισαάκ.
Τον Απρίλιο του 2003 η τουρκοκυπριακή «κυβέρνηση» αποφάσισε να επιτρέψει τη διέλευση προς τα Κατεχόμενα και έως σήμερα έχει ανοίξει πέντε πύλες εισόδου κατά μήκος της «Πράσινης Γραμμής». Στις
9 Μαρτίου 2007 κατεδαφίστηκε το οδόφραγμα της οδού Λήδρας στη Λευκωσία με απόφαση της κυπριακής κυβέρνησης, ως ένα πρώτο βήμα για την αποστρατιωτικοποίηση όλης της Λευκωσίας.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/376#ixzz3NPveeiEa

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΚΟΦΙΝΟΥ (ΛΑΡΝΑΚΑ) ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1967

Τα γεγονότα της Κοφίνου

Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς περικυκλώνουν την Κοφίνου πριν από την επιχείρηση
Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς περικυκλώνουν την Κοφίνου πριν από την επιχείρηση
Τα γεγονότα της Κοφίνου: Αιματηρή σύγκρουση μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας στις 15 Νοεμβρίου 1967...
Αιματηρή σύγκρουση μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας στις
15 Νοεμβρίου 1967. Για πολλούς αναλυτές, το επεισόδιο αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την τουρκική εισβολή του 1974. Την Κύπρο κυβερνούσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς, η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από την μπότα των Συνταγματαρχών και πρωθυπουργός στην Τουρκία ήταν ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.
Η Κοφίνου βρίσκεται 40 χιλιόμετρα νότια της Λευκωσίας στο σταυροδρόμι δύο στρατηγικής σημασίας αυτοκινητοδρόμων: Λευκωσίας - Λεμεσού και Λάρνακας - Λεμεσσού. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 150 μέτρων και τα χρόνια της δεκαετίας του '60 κατοικείτο αποκλειστικά από Τουρκοκυπρίους (725 κάτοικοι στην απογραφή του 1960). Μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, η Κοφίνου εξελίχθηκε σε ισχυρό στρατιωτικό προπύργιο των Τουρκοκυπρίων. Ήταν μία διαρκής εστία επεισοδίων στην περιοχή και συχνά ένοπλοι Τουρκοκύπριοι απέκοπταν τις δύο οδικές αρτηρίες, όταν δεν πυροβολούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Η κυπριακή κυβέρνηση απευθύνθηκε στις δυνάμεις του ΟΗΕ, αλλά η επέμβασή τους καθυστερούσε. Στις
15 Νοεμβρίου 1967 με διαταγή του Μακαρίου η Εθνική Φρουρά υπό τις διαταγές του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα ανέλαβε αυτή να αποκαταστήσει την τάξη. Η «Επιχείρηση Γρόνθος», όπως ονομάστηκε, είχε στρατιωτικό χαρακτήρα και όχι αστυνομικό, όπως θα έπρεπε. Ο Γρίβας κινητοποίησε πολύ ισχυρές δυνάμεις, με άρματα μάχης, τεθωρακισμένα και πυροβολικό. Πρώτα επιτέθηκε στο μικτό χωριό Άγιος Θεόδωρος (685 Τουρκοκύπριοι κάτοικοι και 525 Ελληνοκύπριοι) και κατέλαβε σχεδόν χωρίς μάχη την τουρκοκυπριακή συνοικία. Στη συνέχεια στράφηκε κατά τις γειτονικής Κοφίνου. Στις αψιμαχίες που ακολούθησαν σκοτώθηκαν 24 Τουρκοκύπριοι και 9 τραυματίστηκαν, ενώ οι απώλειες της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν ένας νεκρός και δύο τραυματίες.
Οι επιχειρήσεις στον Άγιο Θεόδωρο και την Κοφίνου προκάλεσαν σοβαρή πολιτική κρίση. Η Τουρκία χαρακτήρισε «στυγερή πρόκληση» τα αιματηρά επεισόδια και απείλησε με στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, αλλά και με πόλεμο την Ελλάδα. Με την παρέμβαση των Αμερικανών, που εκδηλώθηκε με την αποστολή του υφυπουργού Άμυνας Σάιρους Βανς στο τρίγωνο Αθήνας - Άγκυρας - Λευκωσίας, η κρίση διευθετήθηκε με μια οδυνηρή υποχώρηση του δικτατορικού καθεστώτος της Ελλάδας. Υπό την πίεση Αμερικανών, Βρετανών και Καναδών, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την τύχη της Νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αναγκάστηκε να αποσύρει από την Κύπρο την ελλαδική μεραρχία, που είχε στείλει μυστικά ο
Γεώργιος Παπανδρέου μετά τα γεγονότα του 1963 - 1964.
Έτσι, η Κύπρος αφέθηκε έκθετη σε ενδεχόμενη
τουρκική εισβολή, που πραγματοποιήθηκε τελικά τον Ιούλιο του 1974. Άμεση συνέπεια της αποχώρησης της ελλαδικής μεραρχίας ήταν η ανακήρυξη της «Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης», με την οποία οι Τουρκοκύπριοι εμφανίσθηκαν πλέον όχι ως μειονότητα ή απλή κοινότητα, αλλά ως μια οργανωμένη πολιτική οντότητα.
Μετά την τουρκική εισβολή, οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Κοφίνου και του Αγίου Θεοδώρου μετακινήθηκαν στα Κατεχόμενα και σήμερα τα δύο χωριά κατοικούνται από αμιγή ελληνοκυπριακό πληθυσμό.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/343#ixzz3J9qwCTsE