ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1821

Εμμανουήλ Παπάς
1772 – 1821

Εμμανουήλ Παπάς

Εμμανουήλ Παπάς: Σερραίος μεγαλέμπορος, τραπεζίτης και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Υπήρξε ο αρχηγός των εξεγερμένων Ελλήνων στη Μακεδονία κατά την επανάσταση του 1821.
Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα Σερρών (νυν Εμμανουήλ Παππά) το 1772. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το εμπόριο και απέκτησε μεγάλη περιουσία, παρά τις περιορισμένες γραμματικές γνώσεις του. Χρησιμοποίησε το αναμφισβήτητο κύρος του (και ως δανειστής των Τούρκων αγάδων) για να επιτυγχάνει ευνοϊκές αποφάσεις από την Οθωμανική Διοίκηση υπέρ των χριστιανών της περιφέρειας των Σερρών, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν πολλά προνόμια, χάρη στις δικές του ενέργειες. Όταν το 1817 ο διοικητής των Σερρών, Γιουσούφ Μπέης, προσπάθησε να τον εκβιάσει για να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό, αυτός κατέφυγε στην  Κωνσταντινούπολη και χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του δικαιώθηκε. Επειδή, όμως, ο Γιουσούφ τον απείλησε με θάνατο αν επέστρεφε στις Σέρρες, αυτός παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε με τραπεζιτικές εργασίες.
Φλογερός πατριώτης, ο Εμμανουήλ Παπάς μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις
21 Δεκεμβρίου 1819 από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο, άνθρωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη και αμέσως προσέφερε 1.000 γρόσια για την ενίσχυση των οικονομικών της. Όταν πληροφορήθηκε για το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και με προτροπή του ιδίου ναύλωσε το πλοίο του θρακιώτη καπετάνιου Χατζηαντώνη Βισβίζη και αφού το φόρτωσε με οπλισμό και άλλα εφόδια αναχώρησε στις 23 Μαρτίου του 1821 για το Άγιο Όρος, με στόχο να ξεσηκώσει τους Μακεδόνες κατά του Οθωμανού κατακτητή. Με κέντρο τη Μονή Εσφιγμένου, της οποίας ο ηγούμενος Ιωακείμ ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, ξεκίνησε την προετοιμασία για τη μεγάλη εξέγερση.



Ο ανδριάντας του Εμμανουήλ Παπά στην Πλατεία Ελευθερίας των Σερρών.
Οι συγκρούσεις που έγιναν στον Πολύγυρο στις
17 Μαΐου μεταξύ Ελλήνων κατοίκων και Τούρκων στρατιωτών, τον ανάγκασαν να επισπεύσει την κήρυξη της επανάστασης από τις Καρυές του Αγίου Όρους, όπου οι μοναχοί τον ανακήρυξαν «Αρχηγό και Προστάτη της Μακεδονίας». Την 1η Ιουνίου κατέλαβε την Ιερισσό και προχώρησε προς τα ενδότερα της Χαλκιδικής. Σύντομα, τα Οθωμανικά στρατεύματα υπό τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Αβδούλ Αβούδ ανέκτησαν τον έλεγχο της κατάστασης και μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1821 κατέστειλαν την εξέγερση. Καθοριστική ήταν η Μάχη της Κασσάνδρας (30 Οκτωβρίου), όταν οι δυνάμεις του Εμπού Λουμπούτ κυριολεκτικά πετσόκοψαν τους άνδρες του Χατζή Χριστοδούλου. Ο Παπάς μόλις που πρόλαβε να σωθεί και απογοητευμένος από την έλλειψη συμπαράστασης από τους μακεδόνες οπλαρχηγούς αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος.
Εκεί αντιμετώπισε τον κίνδυνο να συλληφθεί, καθώς οι μονές έχοντας συνθηκολογήσει με τον Αβδούλ Αβούδ, δέχθηκαν να του παραδώσουν τον Παπά για να τύχουν αμνηστίας και να απολαμβάνουν τα ίδια όπως και προηγουμένως προνόμια. Ένας μοναχός, ονόματι Κύριλλος, που ήταν επιφορτισμένος να τον συλλάβει, τον ειδοποίησε και έφυγαν μαζί με το πλοίο του Βισβίζη για την Ύδρα.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κι ενώ το πλοίο περιέπλεε τον Καφηρέα, ο Παπάς έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε σε ηλικία 49 ετών. Η κηδεία του έγινε με τιμές αρχιστρατήγου στην Ύδρα στις
5 Δεκεμβρίου του 1821. Στις 20 Νοεμβρίου του 1971 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν και εναποτέθηκαν κάτω από τον ανδριάντα του, που βρίσκεται στην Πλατεία Ελευθερίας των Σερρών.
Ο Εμμανουήλ Παπάς υπήρξε μια από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα. Ανιδιοτελής, δαπάνησε όλη την τεράστια περιουσία του (300.000 δίστηλα τάλληρα) για τους σκοπούς της Επανάστασης και κατόρθωσε αν και αγνοούσε τη στρατιωτική τέχνη να διατηρήσει ζωντανή για ένα εξάμηνο την επαναστατική εστία της Χαλκιδικής.
Από τα οκτώ αγόρια του (είχε και τρία κορίτσια από τον γάμο του με τη Φαίδρα) τα τρία έπεσαν στον Αγώνα: ο Αθανασάκης Παπάς (1794-1826) πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα, ο Γιαννάκης Παπάς (1798-1825) πολέμησε δίπλα στον
Παπαφλέσσα και σκοτώθηκε στη Μάχη στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825) και ο Νικολάκης Παπάς (1803-1827) σκοτώθηκε στη Μάχη του Καματερού (27 Ιανουαρίου 1827).


Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΩΤΗΡΑΚΗΣ ΚΟΥΓΙΑΣ ΘΑΝΑΤΩΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1821,

Σωτηράκης Κουγιάς
? – 1821 


Σωτηράκης Κουγιάς: Φιλότουρκος πρόκριτος (κοτζάμπασης) της Τριπολιτσάς, που θανατώθηκε με απάνθρωπο τρόπο από τους συμπατριώτες του επαναστάτες την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Ο Σωτηράκης ή Σωτήρος Κουγιάς, καταγόμενος από πλούσια οικογένεια της Τριπολιτσάς, ήταν αντίθετος με τον εθνικό ξεσηκωμό και μάλιστα αρνήθηκε να γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όταν το φθινόπωρο του 1820 τον πλησίασε για τον σκοπό αυτό ο πρόκριτος της Ανδρίτσαινας Παναγιώτης Ζαριφόπουλος. Επίσης, έφτασε στο σημείο να προδώσει στους Τούρκους ένα σπίτι μέσα στο οποίο συσκέπτονταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Για καλή τους τύχη, η καταγγελία του θεωρήθηκε αόριστη από τους κατακτητές, επειδή δεν ανέφερε συγκεκριμένα πρόσωπα, κι έτσι δεν ελήφθησαν μέτρα κατά των Ελλήνων. Ο φιλοτουρκισμός του συνεχίστηκε καθ’ όλο το διάστημα της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τα ελληνικά στρατεύματα. Απέφυγε να έλθει σε επαφή με τους ευρισκόμενους σε αιχμαλωσία Έλληνες προκρίτους για να μην χάσει την εμπιστοσύνη των Τούρκων. Μόλις τις τελευταίες ημέρες πριν από την άλωση προσφέρθηκε να τους μεταφέρει καθαρά ρούχα στη φυλακή, όταν διαπίστωσε ότι και οι κατακτητές θα έκαναν το ίδιο. Την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς κάποιοι Έλληνες κάτοικοι της πόλης οδήγησαν τον Αργείο οπλαρχηγό Γιαννάκο Νταγρέ ή Δαγρέ στο σπίτι του Κουγιά, τον οποίο κατηγορούσαν ως προδότη. Ο Δαγρές μπήκε στο σπίτι του Κουγιά, τον συνέλαβε, τον ανάγκασε να γονατίσει και άρχισε να τον βασανίζει μπροστά στην οικογένειά του. Του προσφέρθηκαν μεγάλα ποσά για να τον αφήσει ελεύθερο. Αλλά ο Δαγρές δίψαγε για εκδίκηση. Ήταν ενήμερος για τις παρασπονδίες του Κουγιά και ήταν νωπός ακόμη ο θάνατος του αδελφού του Θανάση στη Μάχη της Γράνας πριν από ένα μήνα (10 Αυγούστου 1821). Ο Δαγρές δεν συγκινήθηκε ούτε από τις ικεσίες της οικογένειας του Κουγιά, ούτε από τις προσφορές της. Έκοψε το αυτί του τριπολιτσιώτη προκρίτου και του το έδωσε να το φάει. Ο ταλαίπωρος Κουγιάς αναγκάστηκε να μασήσει το κομμένο αυτί του. Τότε οι συγγενείς του έσπευσαν να ζητήσουν βοήθεια από την πανίσχυρη οικογένεια των Δεληγιανναίων για να σώσουν τον κατακρεουργημένο άνθρωπό τους. Ήταν, όμως, αργά, καθώς ο εξαγριωμένος Δαγρές τον αποτελείωσε. Ο Κουγιάς, σύμφωνα με τον συντοπίτη του συγγραφέα και πολιτικό Νικόλαο Σπηλιάδη (1785-1862), δεν υπήρξε προδότης, αλλά φάνηκε άνανδρος την κρίσιμη στιγμή. Προτίμησε να συνταχθεί με τους κατακτητές, επειδή δυσπιστούσε με την επιτυχία της Επανάστασης, όταν η πλειονότητα των ανθρώπων της τάξεώς του διακινδύνευσαν τη ζωή και την περιουσία τους για την επιτυχία του Αγώνα.
http://www.sansimera.gr/biographies/698
 

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1821

Η Άλωση της Τριπολιτσάς

 Η Άλωση της Τριπολιτσάς: Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του 1821, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του '21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου. Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.
Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ' ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο
Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.
Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30. Απόντος του Μόρα-Βαλεσί,
Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας. Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο. Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης. Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.
Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/310#ixzz3EAQWiOCJ



Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1822 Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΩΝ ΣΠΕΤΩΝ

Η Ναυμαχία των Σπετσών

Η Ναυμαχία των Σπετσών: Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη καταναυμάχησε την τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα στο στενό των Σπετσών και απέτρεψε τον ανεφοδιασμό του υπό πολιορκία ευρισκομένου Ναυπλίου.
Μετά την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον
Κωνσταντίνο Κανάρη στ' ανοιχτά της Χίου και τον θάνατο του Καρα Αλή (7 Ιουνίου 1822), ο σουλτάνος ετοίμασε νέες επιχειρήσεις, που θα στηρίζονταν στη στενότερη συνεργασία του τουρκικού με τον αιγυπτιακό στόλο. Στις 20 Ιουλίου 1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, αποτελούμενος από 84 πλοία, βρέθηκε στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, αφού είχε διαπλεύσει ανενόχλητος το Αιγαίο και το Ιόνιο. Απέτυχε να καταλάβει το Βασιλάδι, το φυσικό προπύργιο του Μεσολογγίου και στη συνέχεια προσπάθησε να ανεφοδιάσει το πολιορκούμενο από τους Έλληνες Ναύπλιο.
Από ελληνικής πλευράς, η οικονομική δυσπραγία εμπόδιζε την επαναστατική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τις βασικές δαπάνες κίνησης του ελληνικού στόλου. Στις
10 Αυγούστου, πάντως, τα πλοία του τρινησίου στόλου (Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών), που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου, ειδοποίησαν την κυβέρνηση ότι ήταν έτοιμα να αναλάβουν δράση κατά του εχθρού.
Στις
29 Αυγούστου, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος εθεάθη στη θάλασσα των Κυθήρων και αμέσως σήμανε συναγερμός στα ελληνικά πλοία. Σχηματίστηκε μία γραμμή από την Αντίμηλο έως τη Μονεμβασιά για να εμποδισθεί το πέρασμά του προς τις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου και κυρίως προς τον Αργολικό Κόλπο. Όμως, ο ελληνικός στόλος ήταν ασυντόνιστος, καθώς δεν βρισκόταν υπό ενιαία διοίκηση. Όπως έγραφε ο Μιαούλης προς τους προκρίτους της Ύδρας: «Ημείς είμεθα σε μεγάλη ακαταστασίαν, δεν εισακουόμεθα· το αυτό και οι Ψαριανοί. Είμεθα 50 καράβια, και ποτές δεν εσυμφωνήσαμε να μαζωχτούμε τα μισά, αλλά πότε 5, πότε 10, πότε 3».
Στις
8 Σεπτεμβρίου 1822 η τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα φάνηκε στην είσοδο του στενού που χωρίζει τις Σπέτσες από την Ερμιονίδα. Προφανώς, στόχος του εχθρού ήταν πρώτα η προσβολή της νήσου των Σπετσών, που δεσπόζει στο στόμιο του Αργολικού Κόλπου και στη συνέχεια ο ανεφοδιασμός του Ναυπλίου. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει την ηγεσία του ελληνικού στόλου, διέταξε τα πλοία να τον ακολουθήσουν μέσα στο στενό, όπου θα ήταν ευκολότερο να συγκρουσθούν με τον εχθρό.
Τέσσερα πλοία, όμως, του Αντώνιου Κριεζή, του Ανάργυρου Λεμπέση, του Λεονάρδου Θεοδωρή και του Λάζαρου Παναγιώτα, μάλλον από κακή συνεννόηση, παράκουσαν και έπλευσαν ανατολικότερα από τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, με συνέπεια να βρεθούν ανάμεσα σε εχθρικά πλοία. Αμέσως, ο Αντώνιος Κριεζής άρχισε να κανονιοβολεί τα εχθρικά πλοία, τα οποία συνέχισαν τον πλου τους. Η ναυμαχία είχε αρχίσει.
Από εκείνο το σημείο η σύγκρουση έγινε χωρίς σχέδιο από την ελληνική πλευρά, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μιαούλη. «Έκαστος των πλοιάρχων ενήργει αυτομάτως ό,τι του εφαίνετο σωτηριωδέστερον δια την πατρίδα, και μόνη η γενναιότης και η φιλοπατρία, κοιναί ούσαι εις άπαντας, ωδήγουν έκαστον εις τα κινήσεις του» γράφει ο ιστορικός Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος εις τα «Ναυτικά» του.
Αρχικά, ο Πιπίνος προσπάθησε να κολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό πλοίο, αλλά απέτυχε, καθώς 50 μέλη του πληρώματός του πήδηξαν στο πυρπολικό και πρόφτασαν να το ξεκολλήσουν από το πλοίο τους. Δεν πρόφτασαν, όμως, να σώσουν τη ζωή τους, γιατί το πυρπολικό είχε αρπάξει φωτιά. Η απόπειρα του Πιπίνου ανάγκασε τον εχθρικό στόλο να απομακρυνθεί από τη δυτική πλευρά του πορθμού και να συνεχίσει τη ναυμαχία προς την απέναντι πλευρά της Ερμιονίδας.
Κι ενώ βράδιαζε και η ναυμαχία συνεχιζόταν αμφίρροπη, ο πυρπολητής Δήμος Μπαρμπάτσης όρμησε με το πυρπολικό του κατά της τουρκικής ναυαρχίδας. Το πλήρωμά της με τη θέα του πυρπολικού καταλήφθηκε από πανικό. Άρχισε να πυροβολεί κατά του πυρπολικού και παράλληλα να εκτελεί κινήσεις υποχώρησης. Τη ναυαρχίδα ακολούθησαν σε άτακτη φυγή και τα υπόλοιπα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η ναυμαχία των Σπετσών είχε κριθεί υπέρ των ελληνικών όπλων.
Τις επόμενες ημέρες οι δύο στόλοι συνέχισαν τους ελιγμούς τους μεταξύ Ύδρας και Σπετσών. Στις
12 Σεπτεμβρίου ξανασυναντήθηκαν κοντά στη Σπετσοπούλα, αλλά η τρίωρη ναυμαχία δεν έφερε αποτέλεσμα. Τρεις ημέρες αργότερα, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ανοίχτηκε στο Αιγαίο, εγκαταλείποντας το εγχείρημα ανεφοδιασμού του Ναυπλίου. Δυόμισι μήνες αργότερα, το Ναύπλιο έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων (30 Νοεμβρίου 1822).
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/826#ixzz3CkxChnUo

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ 7 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1827 Ο ΘΕΡΜΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΑΦΗΝΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΠΝΟΗ

Παύλος Μαρία Βοναπάρτης (Paul Marie Bonaparte)
1808 – 1827
Παύλος Μαρία Βοναπάρτης

Παύλος Μαρία Βοναπάρτης (Paul Marie Bonaparte): Γάλλος φοιτητής, ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα και θερμός φιλέλληνας. Το καλοκαίρι του 1827 κατήλθε στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στον Αγώνα, αλλά ένα απρόοπτο δυστύχημα του έκοψε το νήμα της ζωής.
Ο Παύλος Μαρία Βοναπάρτης (Paul Marie Bonaparte) γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1808 στο Κανίνο της Ιταλίας και ήταν το ένατο από τα δεκατέσσερα παιδιά του Λουκιανού Βοναπάρτη (Lucien Bonaparte), αδελφού του Μεγάλου Ναπολέοντα.
Σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βολωνίας (Μπολόνια), αλλά τον Μάρτιο του 1827 έφυγε κρυφά από την πόλη και με ψεύτικο όνομα έφθασε πρώτα στα Ιόνια νησιά και στη συνέχεια στο Ναύπλιο, για να λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση (24 Αυγούστου / 5 Σεπτεμβρίου 1827). Στην πρωτεύουσα των επαναστατημένων Ελλήνων τον υποδέχθηκε ο άγγλος ναύαρχος Κόχραν, διοικητής του ελληνικού στόλου.
Ο υψηλός επισκέπτης, που έμοιαζε πολύ με τον διάσημο θείο του, εντάχθηκε αμέσως στο πλήρωμα της φρεγάτας «Ελλάς», της ναυαρχίδας του ελληνικού στόλου. Όμως, στις 25 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου, καθώς καθάριζε το όπλο του, τραυματίσθηκε σοβαρά από αδέξιο χειρισμό και την επομένη άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις 19 ετών.
Στο Ναύπλιο δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ο θάνατος του νεαρού Βοναπάρτη δεν ήταν τυχαίος, εφόσον μάλιστα προήλθε στο πλοίο του Κόχραν, τον οποίον οι Έλληνες υποπτεύονταν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Πάντως, ο αμερικανός φιλέλληνας Σάμιουελ Χάου, που ήταν αυτόπτης των γεγονότων, διαβεβαιώνει ότι μόλις ο Κόχραν έμαθε ότι το τραύμα ήταν θανατηφόρο «ήρχισε να βηματίζη εις την καμπίνα του κλαίων ως παιδίον...».
Καθώς λέγεται, η σορός του νεαρού Βοναπάρτη διατηρήθηκε επί τριετία σ’ ένα βαρέλι με ρούμι στη Μονή Αγίου Νικολάου Σπετσών, μέχρις ότου την παρέλαβε το Γαλλικό Ναυτικό. Μετά την απελευθέρωση, το 1832, το ταριχευμένο σώμα του Παύλου Μαρία Βοναπάρτη ενταφιάστηκε σε μαυσωλείο στο νησί της Σφακτηρίας, κοντά στους Γάλλους ναύτες που έπεσαν στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΗ Η ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ 11 ΜΑΪΟΥ 1771

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΗ Η ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ 11 ΜΑΪΟΥ 1771

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
1771 – 1825

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Μαζί με την Μαντώ Μαυρογένους, οι δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Επανάστασης του 1821. Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Μαζί με την Μαντώ Μαυρογένους, οι δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Επανάστασης του '21.
Κόρη του υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις
11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα. Το 1797ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.
Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.
Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.
Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.
Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντη- κοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του
Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.
Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ. Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (
22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου. Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα.
Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον
Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1822

Η καταστροφή της Χίου Πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά

Πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά
Η καταστροφή της Χίου: Αναφερόμαστε στη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στη Χίο από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822, ως αντίποινα για την κήρυξη της επανάστασης στο νησί από τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθέτη.
Αναφερόμαστε στη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στη Χίο από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822, ως αντίποινα για την κήρυξη της επανάστασης στο νησί από τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθέτη. Η έκρηξη της Επανάστασης βρήκε το πολυπληθές ελληνικό στοιχείο της Χίου να ευημερεί (117.000 έναντι 3.000 Οθωμανών Τούρκων και 100 Εβραίων). Με τον στόλο τους, το εμπορικό τους δαιμόνιο και τη διπλωματία τους, οι Χιώτες κυριαρχούσαν στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ώθησε τον Σουλτάνο να παραχωρήσει στο νησί πολλά προνόμια, που άγγιζαν το καθεστώς αυτονομίας. Έτσι, οι κυρίαρχες τάξεις της Χίου δεν είχαν κανένα λόγο να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Το μαρτυρά και η αποτυχία του Τομπάζη τον Απρίλιο του 1821. Οι ντόπιοι πρόκριτοι είχαν και μία σοβαρή δικαιολογία να αντιδρούν στον ξεσηκωμό: η Χίος βρίσκεται σχεδόν δύο μίλια από τη Μικρασιατική ενδοχώρα, με αποτέλεσμα κάθε απόπειρα εξέγερσης να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Στις 10 Μαρτίου 1822 ο Σάμιος Λυκούργος Λογοθέτης, με την προτροπή του Χιώτη Αντωνίου Μπουρνιά, αποβιβάστηκε στο νησί με 1.500 άνδρες και πέτυχε να συνεγείρει τους ντόπιους, κυρίως τους κατοίκους της υπαίθρου. Οι 3.000 Τούρκοι του νησιού πρόλαβαν να κλειστούν στο Κάστρο και η ολιγοήμερη πολιορκία τους δεν έφερε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα, καθώς οι άνδρες του Λογοθέτη ήταν  ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Μόλις έφθασε το μαντάτο της εξέγερσης στην Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' την εξέλαβε ως αχαριστία των Χίων, αλλά και ως προσωπική προσβολή, επειδή η αδελφή του καρπούταν από το νησί τον φόρο από τα μαστιχόδεντρα. Έμπλεος οργής διέταξε αμέσως να φυλακιστούν όλοι οι Χιώτες της Κωνσταντινούπολης και εξήντα από αυτούς να αποκεφαλιστούν. Στη συνέχεια έδωσε την εντολή στον αντιναύαρχο Καρά-Αλή πασά να  καταπλεύσει στον νησί και να τιμωρήσει παραδειγματικά τους εξεγερθέντες.
Στις 30 Μαρτίου 1822 και μετά από έντονο κανονιοβολισμό, ο Καρα-Αλής αποβίβασε στην ακτή 7.000 άνδρες και με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς κατέστειλε εύκολα και σύντομα την εξέγερση, εκμεταλλευόμενος τον κακό σχεδιασμό της και τις έριδες για την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη. Στη συνέχεια πυρπόλησε όλα τα περίχωρα και την πρωτεύουσα του νησιού και επιδόθηκε σε ανήκουστες σφαγές. Υπολογίζεται ότι από τους 117.000 χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη. Οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες, ενώ αναφέρθηκαν και θύματα μεταξύ των Εβραίων, που διεκπεραιώθηκαν από τη Μικρασιατική ακτή στο νησί για να πλιατσικολογήσουν και επόπτευαν το δουλεμπόριο.
Τα αιματηρά γεγονότα της Χίου προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση στην Ευρώπη. Η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και οι τάξεις των φιλελλήνων πύκνωσαν. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες,  ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έψαλλαν τη θλιβερά  καταστροφή. Πολλοί έκαναν λόγο για το ασυμβίβαστο της τουρκικής φυλής με τον ανθρωπισμό, ενώ άλλοι τόνισαν την αδυναμία συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Η ελληνική νέμεση θα έλθει σύντομα, με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας του Καρα-Αλή από τον Κωνσταντίνο Κανάρη (6 - 7 Ιουνίου 1822). Ο γερμανός ναύαρχος Βίλχελμ φον Κανάρις (1887-1945), αρχηγός της αντικατασκοπείας του Χίτλερ, ισχυριζόταν ότι καταγόταν από την Χιακή Διασπορά, που προέκυψε από τη Σφαγή της Χίου.
Ο σύγχρονος κινέζος ζωγράφος Γιούε Μιντζούν φιλοτέχνησε με τον δικό του τρόπο ένα πίνακα που ονόμασε «Η σφαγή της Χίου». Πουλήθηκε το 2007 σε δημοπρασία έναντι 4,1 εκατομμυρίων δολαρίων. 
Το Ελληνόπουλο (1828)
Ποίηση: Βίκτωρ Ουγκώ
Μετάφραση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα' όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ' αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ' την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ' ήθελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν' αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ' το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ' έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ' απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ' όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.