ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1802

Δημήτριος Βούλγαρης
1802 – 1877

Δημήτριος Βούλγαρης
Δημήτριος Βούλγαρης: Πολιτικός από την Ύδρα, γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, εξαιτίας του ποδήρη μανδύα που φορούσε. Γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου του 1802 και ήταν γιος του κοτσαμπάση του νησιού Γεωργίου Βούλγαρη. Αναμίχθηκε από νεαρά ηλικία στην πολιτική ζωή της Ύδρας κι έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του 1821. Υπήρξε πληρεξούσιος της Ύδρας σε όλες τις επαναστατικές εθνικές συνελεύσεις και μετά την απελευθέρωση αντιπολιτεύτηκε σφοδρά τον Καποδίστρια και τις πολιτικές του.
Μετά την άφιξη του Όθωνα επέστρεψε στην Ύδρα, όπου διετέλεσε δήμαρχος. Μετά την
Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής και τον Απρίλιο του 1847 ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικών στις κυβερνήσεις Κωλέτη και Τζαβέλα και στη συνέχεια το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη.
Το 1855 έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός,  διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, σε μια κρίσιμη περίοδο για τη διεθνή θέση της χώρας, λόγω του Κριμαϊκού Πολέμου. Κατόρθωσε να παραμείνει στην εξουσία για δύο χρόνια, αφού κέρδισε μια εκλογική αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε για τη νοθεία του λαϊκού φρονήματος. Παραιτήθηκε, όμως, κατόπιν διαφωνίας με τον Όθωνα και υπήρξε από τους πρωταγωνιστές της έξωσής του τον Οκτώβριο του 1862.
Ανέλαβε την πρωθυπουργία στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε αμέσως μετά με παλαιούς και νέους πολιτικούς. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση το 1866 και διατήρησε την ουδετερότητα. Τον Δεκέμβριο του 1866 η κυβέρνηση Βούλγαρη έχασε την πλειοψηφία και παραιτήθηκε για να επανέλθει δύο χρόνια αργότερα, όπου παρέμεινε στο προσκήνιο της πολιτικής ως το 1874.
Ο Δημήτριος Βούλγαρης, παρά την αναμφισβήτητη ευφυΐα του, δεν άφησε θετικά ίχνη στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας, παρά μόνον φαυλότητα και αντισυνταγματικές πρακτικές. Πολλές φορές ψήφιζε νόμους και τον προϋπολογισμό, χωρίς η Βουλή να βρίσκεται σε απαρτία. Η κοινή γνώμη εξεγέρθηκε και ο
Χαρίλαος Τρικούπης δημοσίευσε στην εφημερίδα Καιροί το περίφημο άρθρο του Τις πταίει; το 1875.
Οι παραμείναντες βουλευτές κατακρίθηκαν και αποκλήθηκαν «στηλίται», όπως οι στιγματισθέντες, κατά την αρχαιότητα, των οποίων το όνομα αναγραφόταν σε ατιμωτική στήλη. Προ της γενικής κατακραυγής, ο Βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε τον Βούλγαρη, η δε Βουλή τον παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο για πλαστογραφία και αντιποίηση αρχής. Δύο εκ των υπουργών του, ο γαμπρός του Νικολόπουλος και ο Βαλασόπουλος, καταδικάστηκαν για δωροληψία. Τα γεγονότα της εποχής αυτής ονομάσθηκαν Στηλιτικά. Όλα αυτά προκάλεσαν κατάθλιψη στον Δημήτριο Βούλγαρη, που πέθανε στις
29 Δεκεμβρίου του 1877.
Ο Νικόλαος Λεβίδης μας δίδει ένα ζωντανό πορτρέτο του υδραίου πολιτικού στα Απομνημονεύματά του. «Συνετός μεν, αλλά και βίαιος και εκδικητικός άμα τοις μεν φίλοις ενδοτικός, τοις δε αντιπάλοις ανένδοτός τε και επικίνδυνος. Κάτω πάντοτε νεύων τους οφθαλμούς του και ολίγα λέγων, υπό την ποδήρη αιατική περιβολή, τον τζουμπέ (διό και τζουμπές κοινώς εκαλείτο), προεκάλει τον σεβασμόν ειμή και τον φόβον. Διαχειριστής των δημοσίων χρημάτων τα μάλιστα φειδωλός και έντιμος, είπερ τις άλλος,υπήρξεν αναμφισβητήτως πάντοτε ανώτερος χρημάτων, μεγαλοπρεπής και υπερήφανος και λόγω έτι της επιφανούς οικογένειας, εξής κατήγετο και λόγω των υπηρεσιών, ας κατά την επανάσταση του 21,είχε προσφέρει τη πατρίδι, καίπερ νεώτατος την ηλικίαν ων. […] Η δε πολιτική δράσις του ανδρός κατάς μεν τας αρχάς του πολιτικού βίου αυτού και επί μακρά έτη υπήρξε φιλελευθέρα, περί το τέλος της ζωής του εξετράπη των τα μάλιστα φιλελευθέρων και  κοινοβουλευτικοτάτων αρχών αυτού ανελεύθερος και σατραπικώτατος γενόμενος, και τούτου ένεκεν αδόξως τελευτήσας. […] Ως πολιτικός ρήτωρ ωμίλει μάλλον ή αγόρευε. Ωμίλει δε ουχί οργίλως, αλλά ταχέως, ελαφρότατα δε βατταρίζων (τσεβδίζων). […] Ανήρ εις άκρον φιλόθρησκος, παρηκολούθει τακτικώτατα την Θεία Λειτουργία εις τον Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής.»

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/127#ixzz3MTGq1vKo

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΤΩΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1821

Αντώνης Οικονόμου
1775 – 1821

Αντώνης Οικονόμου
Αντώνης Οικονόμου: Υδραίος πλοίαρχος, πρωτεργάτης της λαϊκής εξέγερσης στην Ύδρα, που σηματοδότησε την κάμψη των αντιρρήσεων των προκρίτων και τη συμμετοχή του νησιού στην επανάσταση του 1821.
Ο Αντώνης Οικονόμου γεννήθηκε το 1775 στην Ύδρα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Όταν το πλοίο του ναυάγησε στο Γιβραλτάρ, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό την εξεύρεση δανείου για την αγορά καινούργιου. Εκεί συνάντησε τον
Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία το 1820.
Αμέσως μετά επέστρεψε στην Ύδρα για να οργανώσει την προετοιμασία της επανάστασης στο νησί. Βρήκε συμπαράσταση από άνεργους ναυτικούς, τους οποίους στρατολόγησε με χρήματα Πελοποννήσιων φίλων του. Εκείνη την περίοδο, μεγάλο μέρος του ναυτικού πληθυσμού της Ύδρας, που ανερχόταν σε 10.000 άτομα, παρέμενε χωρίς δουλειά, μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων και την ειρήνευση στην Ευρώπη.
Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο Οικονόμου προσπάθησε να συνεγείρει την άρχουσα τάξη του νησιού, αλλά οι πρόκριτοι και οι καραβοκύρηδες της Ύδρας δίσταζαν να πάρουν μέρος στην Επανάσταση και ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Τότε, ο Αντώνης Οικονόμου δεν έχασε χρόνο και με τους άνδρες του κατέλαβε την καγκελαρία και εκδίωξε τον διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διακυβέρνηση του νησιού.
Οι προεστοί, που αιφνιδιάστηκαν από την εξέλιξη αυτή, αναγκάστηκαν αναγνωρίσουν την εξουσία του και κάτω από τη λαϊκή πίεση να συνδράμουν χρηματικά στον εξοπλισμό του στόλου. Έτσι, στις
16 Απριλίου του 1821, με καθυστέρηση ενός μήνα, ο Οικονόμου κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ανέθεσε στον Γιακουμάκη Τομπάζη την αρχηγία του υδραίικου στόλου, τον οποίο έθεσε στη διάθεση του Αγώνα.

Ο Αντώνης Οικονόμου κηρύσσει την επανάσταση στην Ύδρα (πίνακας του Πέτερ φον Χες)
Γρήγορα, όμως, ο Οικονόμου απώλεσε το κύρος του μεταξύ των υποστηρικτών του, οι οποίοι ήταν κυρίως ναύτες και μικροκαραβοκύρηδες, επειδή απαγόρευσε την πειρατεία και θέσπισε αυστηρούς κανόνες για τη διανομή των πολεμικών λειών. Οι πρόκριτοι του νησιού, που είχαν χάσει την εξουσία τους, επωφελήθηκαν από τη διαμάχη των αντιπάλων του και οργάνωσαν συνωμοσία κατά του Οικονόμου. Στις
12 Μαΐου, μπράβοι των προεστών επιτέθηκαν στον Οικονόμου στην Καγκελαρία της Ύδρας, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Στη σύντομη συμπλοκή που ακολούθησε υπήρξαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει με πλοίο, αλλά περικυκλώθηκε από τους εχθρούς του και συνελήφθη. Κάποιοι από τους συγγενείς του κατόρθωσαν να τον απελευθερώσουν και να τον φυγαδεύσουν στην απέναντι ακτή της Αργολίδας.
Ο Οικονόμου παρέμενε επικίνδυνος για τους προκρίτους της Ύδρας, που είχαν επανακτήσει την εξουσία στο νησί. Όταν ο πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος ζήτησε από τους Υδραίους να στείλουν πλοία για το έλεγχο του Κορινθιακού Κόλπου, αυτοί για να στέρξουν στο αίτημά του ζήτησαν πρώτα τη σύλληψη του Οικονόμου. Πράγματι, ο Θεοχαρόπουλος τον συνέλαβε και τον έθεσε υπό περιορισμό, πρώτα στη Μονή της Αγίας Βαρβάρας Καλαβρύτων και στη συνέχεια στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (γνωστή και Μονή «του Φονιά»), στερώντας έτσι από την Επανάσταση ένα πολύτιμο μαχητή και ηγέτη.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 ο Οικονόμου δραπέτευσε από το μοναστήρι και με 14 άνδρες του κατευθύνθηκε προς το Άργος, όπου παρεπιδημούσαν αρκετοί σύνεδροι της Α' Εθνοσυνέλευσης, ανάμεσά τους και οι εκπρόσωποι της Ύδρας. Στο άκουσμα ότι ο Οικονόμου με τους άνδρες του κατευθύνονται προς το Άργος, οι Υδραίοι πρόκριτοι καταθορυβήθηκαν. Τότε, με σύμφωνη γνώμη του Δημήτριου Υψηλάντη, που ήταν ο αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων, οι Αχαιοί πρόκριτοι Ανδρέας Λόντος και Σωτήρης Χαραλάμπης συγκρότησαν μια ομάδα από 70 άνδρες, με σκοπό την εξόντωσή του.
Ο
Κολοκοτρώνης, που πληροφορήθηκε το γεγονός, εξέφρασε την αντίθεσή του και έστειλε τον φρούραρχο του Άργους Δημήτριο Τσώκρη με 200 άνδρες να προστατεύσει τον Οικονόμου. Όμως, ο Τσώκρης ενεπλάκη σε αψιμαχία με τους Τούρκους και καθυστέρησε να εκτελέσει την εντολή του Κολοκοτρώνη. Οι άνδρες του Λόντου συνάντησαν τον Οικονόμου ανάμεσα στο Κουτσοπόδι και το Άργος και τον σκότωσαν στις 16 Δεκεμβρίου του 1821, ύστερα από σύντομη συμπλοκή. Ο Τσώκρης, που έφθασε εκεί μετά από λίγο, το μόνο που έκανε ήταν να θάψει το πτώμα του Οικονόμου.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/745#ixzz3M3kkNYOR

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΤΕΝΕΔΟΥ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1822

Η Ναυμαχία της Τενέδου

Η Ναυμαχία της Τενέδου: Καταδρομική επιχείρηση δύο πυρπολικών από τα Ψαρά, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Κανάρη, εναντίον του οθωμανικού στόλου που ναυλοχούσε στα ανοιχτά της Τενέδου. Η επιχείρηση έγινε τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1822 και είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση ενός μεγάλου εχθρικού δίκροτου ή κατ’ ορισμένους ιστορικούς της υποναυαρχίδας του οθωμανικού στόλου.
Μετά την
αποτυχία του να καταλάβει τη Μύκονο (11-14 Οκτωβρίου 1822), ο οθωμανικός στόλος κατευθύνθηκε προς τα Στενά του Ελλησπόντου. Όμως, οι αντίθετοι άνεμοι που έπνεαν στην περιοχή, τον ανάγκασαν να αράξει στα ανοιχτά της Τενέδου. Νωρίτερα, είχε γίνει αντιληπτός από τους Έλληνες, όταν διερχόταν μεταξύ Ψαρών και Χίου. Η Βουλή των Ψαρών συνήλθε αμέσως και αποφάσισε να προσβάλει τον εχθρικό στόλο με δύο πυρπολικά, στα οποία τέθηκαν επικεφαλής ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Φίλιππος Αντωνίου από την Τήνο. Τα πυρπολικά θα συνόδευαν δύο μίστικα (μίστικο = μικρό πειρατικό πλοίο), με καπετάνιους τους Γεώργιο Καλαφάτη και Αναγνώστη Σαρηγιάννη. Στις 27 Οκτωβρίου 1822 ο στολίσκος αναχώρησε από τα Ψαρά και την επομένη ημέρα πλησίασε τον τουρκικό στόλο.
Ο νότιος άνεμος ευνοούσε την εχθρική αρμάδα και οι δύο πυρπολητές αποφάσισαν να επιτεθούν την ίδια νύχτα για να προλάβουν τυχόν απόπλου των τουρκικών πλοίων προς τον Ελλήσποντο. Πράγματι, τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1822 ύψωσαν την τουρκική σημαία για να παραπλανήσουν τον εχθρό και να πλησιάσουν ανενόχλητοι στους στόχους τους.
Πρώτος ο Κανάρης πλεύρισε ένα τεράστιο δίκροτο (πολεμικό πλοίο με δύο καταστρώματα) ή σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς στην υποναυαρχίδα του οθωμανικού στόλου και κόλλησε αμέσως στην πρώρα το πυρπολικό του. Το πυροδότησε και αμέσως οι φλόγες τύλιξαν το μεγάλο πλοίο, ενώ η σύγχυση που ακολούθησε εμπόδισε κάθε προσπάθεια κατάσβεσης της πυρκαϊάς. Άλλοι από τους ναύτες έπεφταν στη θάλασσα για να σωθούν και άλλοι προσπαθούσαν να κατεβάσουν τις βάρκες και να φθάσουν στην παραλία. Η ταραχή στην οθωμανική αρμάδα εντάθηκε περισσότερο, όταν από το φρούριο της Τενέδου οι Τούρκοι κανονιοβολούσαν στο κενό, θέτοντας σε κίνδυνο τα φίλια πλοία, που προσπαθούσαν να διαφύγουν για να μην έχουν την τύχη του φλεγόμενου δίκροτου. Πολλά από αυτά εξόκειλαν στις απέναντι ασιατικές ακτές ή εγκαταλείφθηκαν από τα πληρώματά τους.
Λιγότερο τυχερός από τον Κανάρη στάθηκε ο Αντωνίου, που με πηδαλιούχο τον Γεώργιο Βρατσάνο πλησίασε και κόλλησε το πυρπολικό του σε ένα άλλο δίκροτο ή κατ’ άλλους στη ναυαρχίδα του οθωμανικού στόλου. Έγινε, όμως, αντιληπτό από τους Τούρκους, οι οποίοι το απομάκρυναν εσπευσμένως. Φαίνεται ότι το φλεγόμενο πυρπολικό παρασύρθηκε από τον άνεμο και πλησίασε προς την καιόμενη υποναυαρχίδα της οποίας το πλήρωμα είχε επιβιβασθεί στις βάρκες για να γλυτώσει. Σύμφωνα με την αναφορά της Βουλής των Ψαρών προς την Υπερτάτην του Έθνους Βουλή το «καιόμενον μπουρλότο… κατέπνιξεν όλαις ταις βάρκες οπού εζητούσαν να γλυτώσουν παρά της φλογός».
Μετά την πυρπόληση του τουρκικού δικρότου, τα δύο μίστικα αναγκάσθηκαν να αγκυροβολήσουν στη Σκύρο, εξαιτίας της συνεχιζόμενης τρικυμίας. Οι κάτοικοι του νησιού δεξιώθηκαν τους άνδρες τους και τέλεσαν δοξολογία για το κατόρθωμα και τη διάσωσή τους. Στις
4 Νοεμβρίου 1822 τα δύο πλοία έφθασαν στα Ψαρά, όπου έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής. Αντίθετα, η νέα επιτυχία του Κανάρη συνέβαλε στην κατάπτωση του ηθικού των Τούρκων. Ο οθωμανικός στόλος κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έξαλλος ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' από τις συνεχόμενες αποτυχίες στο Αιγαίο του ναυάρχου του Καρά Μεχμέτ Πασά, διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Η αναφορά της Βουλής των Ψαρών: Η κατωτέρω αναφορά εστάλη στην Ύδρα, όπου ευρίσκετο το κέντρο της Επανάστασης για τον αγώνα στη θάλασσα.
Απεράσας ο εχθρικός στόλος προς τα άνω μέρη δια να εισέλθη εις Ελλήσποντον, από εναντίους ανέμους άραξεν εις Τένεδον. Πάραυτα λοιπόν ημείς ετοιμάσαμεν δύο μπουρλότα συντροφευόμενα υπό δύο πολεμικών τα οποία επιμείναντα την διόρθωσιν των ανέμων, κατά τας 27 του παρελθόντος ανεχώρησαν, και την ακόλουθον ημέραν το εσπέρας έφθασαν εις Τένεδον.
Νυκτός ουν γενομένης, επροχώρησαν απαντώντας τας των εχθρών φυλακάς και πλησιάζοντας εις τα βασσέλα, το μεν εν των μπουρλότων εκόλλησεν εις έν εκ των βασσέλων και δυνάμει του προστατεύοντος πανάγαθου Θεού των εκδικήσεων κατέκαυσεν αυτό, το δε άλλο των μπουρλότων εκόλλησεν εις έν άλλο βασέλλον, πλην δια τον να ειδοποιηθή το αυτό εκ των κανονίων ερρίφθησαν κόπτοντας ταις γούμεναις και ημπόρεσε να αποφύγη το μπουρλότον, το οποίον μοναχόν καιόμενον μπουρλότο, διηυθύνθη προς το βασσέλον οπού εκαίετο, και εκεί κατέπνιξεν όλαις ταις βάρκες οπού εζητούσαν να γλυτώσουν παρά της φλογός, και διασωθέντες αβλαβείς άπαντες οι μπουρλοτιέροι έφθασαν εις την ενταύθα μετά παρέλευσιν έξι έξη ημερών, και μας βεβαιώνουν ότι το καιόμενον βασσέλον ήτον ο αυτός καπ. Πασάς, ως και τα εκ της Κωνσταντινουπόλεως προερχόμενα πλοία μας φανερώνουν, ότι ο καπ. Πασάς εκάη, πλην οι Τούρκοι το έχουν μυστικόν. Εκ δε των λοιπών εχθρικών πολλά εναυάγησαν και εσυντρίφθησαν, και ότι τα συντριμμένα περιφέρονται τριγύρω της Τενέδου, δια τα οποία και θέλει στείλωμεν καράβια πολεμικά. Ο επιφέρων ημέτερος καπ. Μανώλης Μπαλαμπάνος στέλλεται παρ’ημών επίτηδες αυτού ίνα σας παραστήση τα έξοδα και πληρωμάς της άνω εκπλεύσεως των δύο μπουρλότων και δύο πολεμικών, διά τα οποία δεν αμφιβάλλομεν ότι θέλετε τα οικονομήσει ως δει, δηλ. εβγάζοντας αυτά πριν της διανομής οπού μέλλει να γένη εις τα συναχθέντα παρά των αρμοστών, ιδεάζοντας αυτούς περί αυτής της αποφάσεως καθώς και με τους ιδικούς μας πληρεξουσίους εμείνατε σύμφωνοι.
Στην ανωτέρω αναφορά είχε επισυναφθεί ο ακόλουθος λογαριασμός για τα έξοδα της επιχείρησης στην Τένεδο.
Εξοδα τα οποία ηκολούθησαν εις τα κατά του εις Τένεδον ευρισκομένου εχθρικού στόλου έκπλευσιν των μπουρλότων:
Οσα δια ενενήκοντα ανθρώπους οπού ήτον εις τα πολεμικά πλοία τα οποία εσυντρόφευσαν τα μπουρλότα, εις τους οποίους είχομεν υποσχεθή, εάν τελεσφορήσουν, να λαμβάνουν ανά 50 γρόσια. Ειδεμή, να λογαριάζωνται αι ημέραι της διατρίψεως των.
Οθεν δια το να ετελεσφόρησαν: γρόσια 4.500
Οσα εις ζωοτροφίας των ιδίων δια 15 ημέρας ανά 50  παράδες: γρόσια 1687.5
Όσα εις ζωοτροφίας των δύο μπουρλότων διά 15 ημέρας: γρόσια 1920.16
Όσα εις ζωοτροφίας του πρώην ετοιμασθέντος μπουρλότου, το οποίον ον ετοιμασμένον καθ’ όλα, δια την ανεπιτηδειότητα των ανέμων άραξεν εις το νησί του Αγίου Νικολάου, όπου και εναυάγησε και εχάθηκαν άπαντα όσα εξώδευσαν, τα οποία είναι γρόσια 955.20
Δια τεσσαράκοντα και πέντε μπουρλοτιέρους, οίτινες  υπούργησαν εις ταύτην την ιεροπραξίαν του να καύσωσι τον καπετάν πασσάν με το βασσέλον του, όσα ήθελον κριθή ανάλογα της αυτών εκτελέσεως.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/571#ixzz3HTMcJI8O

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Η ΠΡΩΤΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1822

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου: Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα για τους Έλληνες επαναστάτες, ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, επικεφαλής 11.000 ανδρών, κατήλθαν χωρίς αντίσταση στην κοιλάδα του Μεσολογγίου, την οποία απέκλεισαν...
Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα για τους Έλληνες επαναστάτες (
4 Ιουλίου 1822), ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, επικεφαλής 11.000 ανδρών, κατήλθαν χωρίς αντίσταση στην κοιλάδα του Μεσολογγίου, την οποία απέκλεισαν από ξηράς (25 Οκτωβρίου). Μαζί τους βρέθηκαν και οι οπλαρχηγοί Βάλτου και Ξηρομέρου, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γιαννάκης Ράγκος, Γώγος Μπακόλας, Γεωργάκης Βαλτινός και Ανδρέας Ίσκος, που είχαν δηλώσει υποταγή στους δύο πασάδες. Ο Γιουσούφ Πασάς με τον στόλο του συμπλήρωνε τον αποκλεισμό της πόλης από τη θάλασσα. Το Μεσολόγγι εκείνα τα χρόνια ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας (σημερινής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας).
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο
Μάρκος Μπότσαρης με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος του Πέτα ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης. Το Μεσολόγγι ήταν ευπρόσβλητο από ξηράς και προστατευόταν από ένα χαμηλό περιτείχισμα κατασκευασμένο στις αρχές της Επανάστασης. Η δύναμη των πολεμιστών δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον επταπλάσιοι υπερασπιστές. Στους προμαχώνες δεν υπήρχαν παρά μόνο 14 πυροβόλα. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα μόλις έφθαναν για ένα μήνα. Η θέση των πολιορκουμένων ήταν απελπιστική.
Στο στρατόπεδο των πολιορκητών υπήρχε διχογνωμία για το σχέδιο ενεργειών. Ο Κιουταχής και ο Γιουσούφ υποστήριζαν την άμεση κατάληψη του Μεσολογγίου με έφοδο. Ο Ομέρ Βρυώνης ήταν της γνώμης να το καταλάβουν δια συμβιβασμού, προκειμένου να διατηρηθεί η πόλη αλώβητη για τις ανάγκες του στρατού, μετά την ερήμωση της Αιτωλοακαρνανίας.
Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Ομέρ. Οι πολιορκούμενοι εξέλαβαν ως θείο δώρο την εξέλιξη αυτή. Άρχισαν ατέρμονες συζητήσεις περί συμβιβασμού, αναμένοντας τη βοήθεια που είχαν ζητήσει από την Πελοπόννησο και τα νησιά. Πράγματι, στα μέσα Νοεμβρίου στολίσκος από 11 πλοία υπό τον
Ανδρέα Μιαούλη διέσπασε τον θαλάσσιο αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Αποβίβασε 1000 άνδρες υπό τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη και Κανέλλο Δεληγιάννη και προμήθευσε με τροφές και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του. Τότε, οι πολιορκούμενοι διαμήνυσαν στους Τούρκους πασάδες, ότι αν θέλουν το Μεσολόγγι να έλθουν να το πάρουν.
Η κατάσταση στο στρατόπεδο των πολιορκητών δεν ήταν καλύτερη από αυτή τον πολιορκουμένων. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα άρχισαν να ελαττώνονται και οι προμήθειες νέων κατέστησαν δυσχερείς. Έτσι, οι πασάδες αποφάσισαν έφοδο, αφού είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος με τις διαπραγματεύσεις. Η επίθεση προγραμματίστηκε για τη νύχτα της 24ης προς
25η Δεκεμβρίου, με την ελπίδα ότι οι μαχητές θα εγκατέλειπαν τους προμαχώνες και θα πήγαιναν στις εκκλησιές για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Όμως, το σχέδιο της επίθεσης είχε διαρρεύσει στους μαχητές του Μεσολογγίου από τον ελληνικής καταγωγής γραμματικό του Ομέρ Βρυώνη, Γιάννη Γούναρη, κι έτσι η φρουρά παρέμεινε στις θέσεις της πανέτοιμη για την επίθεση.
Κατά την έφοδο, οι Οθωμανοί υπέστησαν πανωλεθρία και οι δύο πασάδες αποφάσισαν να λύσουν την πολιορκία στις
31 Δεκεμβρίου 1822, επειδή κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι έφθανε εναντίον τους ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στην Ήπειρο, νέα δοκιμασία περίμενε τους καταπονημένους Οθωμανούς. Στην προσπάθειά τους να διαβούν τον πλημμυρισμένο Αχελώο, πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. Τα υπολείμματα των δυνάμεων του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη έφθασαν σε κακή κατάσταση στις 21 Φεβρουαρίου 1823 στο Κραβασσαρά (σημερινή Αμφιλοχία) και στη συνέχεια πέρασαν με πλοία στην Πρέβεζα.
Η καταστροφή του οθωμανικού στρατού προκάλεσε την αποτυχία της εκστρατείας των δύο πασάδων κατά της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτυχία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη, καθώς μετά την αναχώρηση των Οθωμανών από το Μεσολόγγι, ενώθηκαν με τους επαναστάτες οι οπλαρχηγοί Ανδρέας Ίσκος και Γεωργάκης Βαλτινός, που είχαν προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο. Ο εθνικός μας ποιητής
Διονύσιος Σολωμός, με νωπά τα γεγονότα στο μυαλό του, αναφέρεται στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και την καταστροφική διάβαση του Αχελώου από τους Τούρκους στο ποίημα του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», που έγραψε το Μάιο του 1823 (στροφές 88-121).
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/244#ixzz3HAaq1zdt



Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1822 Η ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ ΗΓΗΘΗΚΕ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΥΚΟΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Μαντώ Μαυρογένους
1796 – 1840

Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους: Εξέχουσα μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, μία από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα. Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση της αντλούνται κυρίως από ξένους συγγραφείς, τους οποίους φαίνεται ότι είχε σαγηνεύσει με την προσωπικότητα και την ομορφιά της και όχι από τους συγχρόνούς της Έλληνες ιστορικούς και απομνηματογράφους, που αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον Αγώνα.
Η Μαντώ (Μαγδαληνή το βαπτιστικό της όνομα) Μαυρογένους γεννήθηκε το 1796 ή το 1797 στην Τεργέστη, όπου ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, γόνος της ονομαστής φαναριώτικης οικογένειας των Μαυρογένηδων με καταγωγή από τις Κυκλάδες, ασχολείτο με το εμπόριο. Η μητέρα της Ζαχαράτη Χατζή Μπατή, γεννημένη στη Μύκονο, αλλά με καταγωγή από τη Σπάρτη, ήταν πολύγλωσση και κρατούσε τα κατάστιχα των εμπορικών δραστηριοτήτων του άνδρα της. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλέλληνα στρατιωτικό και συγγραφέα Μαξίμ Ρεμπό (1760-1842), η Μαντώ γνώριζε γαλλικά και ιταλικά. Ήταν προικισμένη μ’ ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά «όταν μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα».
Με την έναρξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους από την Τήνο, όπου διέμενε μετά τον θάνατο του πατέρα της το 1818, έσπευσε στη Μύκονο (
29 Δεκεμβρίου 1821, σύμφωνα με τον Κασομούλη) και πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων του νησιού. Διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον εξοπλισμό και την επάνδρωση μυκονιάτικων πλοίων και κατά τις πληροφορίες ξένων, κυρίως, περιηγητών έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων στην Κάρυστο, στο Πήλιο και τη Φθιώτιδα (1823). Στις 11 Οκτωβρίου 1822 ηγήθηκε του αγώνα των κατοίκων της Μυκόνου για την απόκρουση της απόβασης των αλγερινών πειρατών στο νησί. Η παρουσία της αποσιωπάται από τους Έλληνες ιστορικούς, αλλά την αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ (1773-1838).
Από τις ελληνικές πηγές προκύπτει ότι το 1823 το Βουλευτικό αναγνώρισε με απόφασή του τις ως τότε υπηρεσίες της και της απένειμε το βαθμό του αντιστρατήγου. Τον Μάιο του 1825 η Μαντώ προσέφερε στην κυβέρνηση ομολογίες 30.000 γροσίων και ζήτησε να διατεθούν για να λάβει μέρος η ίδια, με όσους στρατιώτες θα τής διέθετε η διοίκηση, σε επιχειρήσεις εναντίον των Τουρκοαιγυπτίων. Η οικονομική ενίσχυση του Αγώνα από τη Μαντώ Μαυρογένους και γενικότερα η δράση της, όπως οι επιστολές της προς τις φιλελληνίδες τής Γαλλίας και της Αγγλίας, κατέστησαν θρυλικό το όνομά της στους ευρωπαϊκούς φιλελληνικούς κύκλους και η προσωπογραφία της τυπώθηκε και κυκλοφόρησε το 1827 σε όλη την Ευρώπη.
Το 1825 ζούσε στο Ναύπλιο σ’ ένα μισοερειπωμένο σπίτι. Οι πόροι της είχαν εξαντληθεί και αναγκαζόταν να εκποιεί ακίνητα της οικογένειάς της που είχε στα νησιά των Κυκλάδων. Ο έρωτάς της για τον στρατηγό Δημήτριο Υψηλάντη (1794-1832) προκάλεσε την αντίδραση τού περιβάλλοντός του και πολλά κουτσομπολιά στο Ναύπλιο. Ο Υψηλάντης φαίνεται να της είχε υποσχεθεί γάμο, αλλά σύμφωνα με τον Μαυροκορδάτο, «επικράθη πάρα πολύ και απεφάσισε να πάρη το λόγο του οπίσω, όπου είχε δώσει προς αυτήν πριν ανακαλύψει τας μετά του κυρίου Βλακέρου σχέσεις της». Ο Βλακέρος, όπως τον αποκαλούσαν οι Έλληνες, ήταν ο άγγλος φιλέλληνας Έντουαρντ Μπλάκιερ (1779 - 1832), μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, που έπαιξε ενεργό ρόλο στα
δάνεια της ανεξαρτησίας.
Η αθέτηση της υπόσχεσης του Δημητρίου Υψηλάντη ότι θα τη νυμφευόταν, η ένδεια στην οποία είχε περιέλθει και η βίαιη απομάκρυνσή της από το Ναύπλιο το 1826 με εντολή του Ιωάννη Κωλέττη, υπήρξαν βαρύτατα πλήγματα για την ηρωίδα. Ενεργώντας απερίσκεπτα υπέβαλε στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ένα υπόμνημα - κατηγορητήριο κατά του Υψηλάντη, ζητώντας από τους πληρεξουσίους να δικαιώσουν την ίδια και να καταδικάσουν τον στρατηγό. Όπως μας πληροφορεί ο πολιτικός και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης (1809-1879) στις «Ιστορικές Αναμνήσεις του: «Και εκ των ακροατών μία μόνη γυνή, η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον τού Αγώνος, φορούσα μέλαιναν εσθήτα χρυσοπάρυφον και πίλον ευρωπαϊκόν, ουχί βεβαίως του τελευταίου των Παρισίων συρμού, και διά νευμάτων αιτουμένη την ανάγνωσιν τής ουδέποτε αναγνωσθείσης κατά τού Υψηλάντου αναφοράς». Το υπόμνημα της Μαυτογένους δεν αναγνώστηκε ποτέ, ούτε καν αναφέρεται στα πρακτικά της Συνέλευσης.
Νέα σχετική αναφορά υπέβαλε λίγες μέρες μετά την άφιξη στην Ελλάδα του
Ιωάννη Καποδίστρια (1η Φεβρουαρίου 1828). Ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αναγνώρισε τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες της προς το έθνος και τις απένειμε τον τιμητικό βαθμό του αντιστρατήγου και μικρή σύνταξη. Παράλληλα, τις ανέθεσε την εποπτεία του Ορφανοτροφείου του Ναυπλίου.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (1831) τα προβλήματα επιβίωσης οξύνθηκαν για την ηρωίδα, ενώ επιδεινώθηκαν και οι σχέσεις με την οικογένειά της. Η μητέρα της, αλλά και ο σύζυγος της αδελφής της την κατηγορούν ότι κατασπατάλησε τη μεγάλη οικογενειακή περιουσία. Αναγκάζεται τότε να απευθύνει επιστολή προς τον βασιλιά Όθωνα και να του διεκτραγωδήσει την κατάστασή της. Δεν λαμβάνει καμία απάντηση.
Εγκαθίσταται στη Πάρο, όπου υπήρχαν συγγενείς της, αλλά για κακή της τύχη θα προσβληθεί από τυφοειδή πυρετό. Στην Παροικιά υπάρχει ένας μόνο γιατρός και αυτός πρακτικός, ο Φραγκίσκος Κονταρίνης, που στο παρελθόν είχε δουλέψει στην Ιταλία ως βοηθός φαρμακοποιού. Ένα πρωινό του Ιουλίου του 1840 η ηρωίδα θα κλείσει για πάντα τα μάτια της, σε ηλικία 44 ετών, σχεδόν λησμονημένη απ’ όλους.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1015#ixzz3FrX3ieoj


Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824

Η Ναυμαχία του Γέροντα

"Εμπρησμός της Οθωμανικής Φρεγάτας εις Γέροντα", πίνακας του Γ. Κ. Μιχαήλ, που φιλοξενείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή)


"Εμπρησμός της Οθωμανικής Φρεγάτας εις Γέροντα", πίνακας του Γ. Κ. Μιχαήλ, που φιλοξενείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή)
Η Ναυμαχία του Γέροντα: Μία από τις σημαντικότερες ναυτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης του ’21, που τελείωσε νικηφόρα για τα ελληνικά όπλα. Διεξήχθη στις
29 Αυγούστου 1824 στ' ανοιχτά του ακρωτηρίου Ποσείδιο ή Γέροντας της Μικράς Ασίας (νυν Didim Τουρκίας), απέναντι από τα νησιά Λειψοί και Λέρος της Δωδεκανήσου. Αντιμέτωποι τέθηκαν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, που αριθμούσε γύρω στα 70 πλοία και ο υπέρτερος (τεχνολογικά και ποσοτικά) τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπό τους πασάδες Χοσρέφ και Ιμπραήμ, με πάνω από 250 πλοία. Μετά την καταστροφή της Κάσου (30 Μαΐου 1824) και των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), το ηθικό του ελληνικού ναυτικού είχε καταπέσει. Η βοήθεια που παρείχε ο χεβίδης της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλι στον Σουλτάνο Μαχμούτ έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση. Στόχος του Μοχάμετ Άλι ήταν να συντρίψει το ελληνικό ναυτικό για να μπορέσει ο γιος του Ιμπραήμ Πασάς να αποβιβασθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στη Πελοπόννησο και να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, το έπαθλο για τον πανέξυπνο Αλβανό εκ Καβάλας ήταν μεγάλο. Αν επιτύγχανε τον στόχο του, ο σουλτάνος θα τον επιβράβευε με την παραχώρηση της Κρήτης και της Πελοποννήσου.
Στο πλαίσιο του κοινού τουρκοαιγυπτιακού σχεδίου, ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς επιχείρησε στις αρχές Αυγούστου του 1824 να καταλάβει τη Σάμο. Ο ελληνικός στόλος, που αποτελείτο από υδραίικα, σπετσιώτικα και λίγα ψαριανά πλοία, τον εμπόδισε να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων, που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα. Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και την Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ, που κατέφθασε στην περιοχή στις
19 Αυγούστου.

Πέντε ημέρες αργότερα έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο στόλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε στις
29 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή. Τα εχθρικά πλοία προσπάθησαν να κυκλώσουν τα ελληνικά, αλλά ο Μιαούλης με εννέα πλοία και δύο πυρπολικά προχώρησε προς τον κόλπο του Γέροντα. Τα αιγυπτιακά πλοία, που κάλυπταν το δεξιό άκρο του εχθρικού στόλου, αποφάσισαν να τα χτυπήσουν, καθώς ήταν απομονωμένα. Ο Παπανικολής προσπάθησε να τα εμποδίσει να πλησιάσουν τα πλοία του Μιαούλη, αλλά δέχθηκε ομαδικό πυρ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού έκαψε πρώτα το πυρπολικό του. Η νηνεμία που επικρατούσε στη θάλασσα δεν επέτρεψε τη δράση των πυρπολικών του Ματρόζου, του Πιπίνου και του Νικόδημου. Η κατάσταση μεταβλήθηκε γύρω στο μεσημέρι, όταν ο άνεμος έγινε ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως (θα ήταν χαμένη υπόθεση για τον ελληνικό στόλο, λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής υπεροχής του εχθρού), αλλά για μια σύγκρουση, όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα. Η κίνηση τακτικής του Μιαούλη ευνοούσε τα πυρπολικά, που ανέλαβαν δράση, κρίνοντας την έκβαση της ναυμαχίας. Ο σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σ' ένα αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε. Δύο πυρπολικά υπό τους Παπαντώνη και Βατικιώτη κατόρθωσαν να κολλήσουν σε μια μεγάλη αιγυπτιακή φρεγάτα με 44 κανόνια, η οποία κάηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παρασύροντας στον βυθό τούς περισσότερους από τους 1100 άνδρες του πληρώματός της.
Μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν εξέλιξη, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος άρχισε να υποχωρεί προς την Κω, ενώ ο ελληνικός αγκυροβόλησε και πάλι στον Γέροντα. Η επιτυχία αυτή του ελληνικού ναυτικού αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών του, διέσωσε τη Σάμο και καθυστέρησε την απόβαση του
Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
Η ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του '21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες, που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Έλληνες προκάλεσε τον θαυμασμό των ξένων. Ο Γάλλος ναύαρχος Εντμόν Ζιριέν ντε λα Γκραβιέρ (1812-1892), αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί: «Η ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/662#ixzz3BlbCBeHj

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ, ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 13 ΙΟΥΝΟΥ 1821, Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΑΛΑ

Η Μάχη του Λάλα

Ο Ανδρέα Μεταξάς, επικεφαλής των Επτανησίων στη Μάχη του Λάλα
Μία από τις πρώτες νικηφόρες μάχες των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο.
Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν εξισλαμισμένοι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της Πελοποννήσου με τη μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη που διέθεταν. Κατά γενική ομολογία ήταν τα «καλύτερα ντουφέκια του Μωριά».
Στην αρχή της Επανάστασης του '21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι' αυτό το λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.
Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα.
Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι την όποια απόφαση θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.
Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικράτησε σύγχυση και πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να το εγκαταλείψουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε την κατάσταση και έστειλε τον εμπειροπόλεμο Δημήτριο Πλαπούτα, οποίος κατόρθωσε να τους εμψυχώσει. Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς.
Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στη θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.
Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν. Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.
Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 8 ΜΑΪΟΥ 1821 ΕΓΙΝΕ Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ

Η Μάχη της Γραβιάς

Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς, πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου
Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς, πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου
Η Μάχη της Γραβιάς: Δόθηκε στις 8 Μαΐου 1821 και έληξε με ήττα των Οθωμανικών δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη από τους Έλληνες επαναστάτες υπό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Μετά την ήττα των Ελλήνων στην Αλαμάνα (23 Απριλίου 1821), άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τους Τούρκους πασάδες Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ προς την Ανατολική Στερεά και την Πελοπόννησο. Ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανάσιου Διάκου είχε αφήσει χωρίς ικανό αρχηγό τους εξεγερμένους ραγιάδες. Ο φόβος κυρίευσε τα ήδη επαναστατημένα κέντρα (Λιβαδιά, Σάλωνα και Αττική), όπου είχε χυθεί αίμα ντόπιων Τούρκων. Όλοι ανέμεναν να ξεσπάσει η χωρίς οίκτο οργή των δύο πασάδων. Η Επανάσταση κινδύνευε σοβαρά ένα μήνα μετά την εκδήλωσή της και σώθηκε χάρη στις στρατιωτικές ικανότητες του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τους κακούς υπολογισμούς του Ομέρ Βρυώνη.
Ο ελληνικής καταγωγής αλβανός πασάς, αντί να προελάσει προς τις καταπτοημένες περιοχές της Ανατολικής Στερεάς και να διεκπεραιωθεί το ταχύτερο δυνατό στην Πελοπόννησο, έκρινε ότι έπρεπε να ενισχύσει τις δυνάμεις του, προτού περάσει τον Ισθμό. Θεώρησε ότι με το να προσεταιριστεί του Έλληνες οπλαρχηγούς, τους οποίους γνώριζε από την Αυλή του Αλή Πασά, θα προκαλούσε την παράλυση των Πελοποννησίων ανταρτών. Με αυτή τη λογική είχε προτείνει και στον Αθανάσιο Διάκο να ενταχθεί στις δυνάμεις του, αλλά αυτός είχε αρνηθεί. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν είχε αντιληφθεί την έκταση και την έννοια του ελληνικού ξεσηκωμού. Πίστευε ότι επρόκειτο για μια απλή ανταρσία, που θα ήταν εύκολο να κατασταλεί και όχι για τον ξεσηκωμό ενός ολοκλήρου έθνους, που διεκδικούσε την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του.
Την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ανατολική Στερεά ο τρομερός και φοβερός Οδυσσέας Ανδρούτσος, παλιός αρματολός της περιοχής, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια του σουλτάνου, ως άνθρωπος του Αλή Πασά. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα. Ο Ομέρ Βρυώνης βρήκε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να τον προσεταιρισθεί, επειδή γνώριζε πολύ καλά τις στρατιωτικές του ικανότητες. Του έγραψε μια επιστολή ως παλιός φίλος και του ζήτησε τη σύμπραξή του κατά των ελλήνων ανταρτών, με πλήθος υποσχέσεων και δόλωμα την οπλαρχηγία ολοκλήρου της Ανατολικής Στερεάς. Του πρότεινε, μάλιστα, να συναντηθούν στη Γραβιά και συγκεκριμένα σε ένα μικρό πλινθόκτιστο χάνι. Ο Ανδρούτσος απεδέχθη την πρόσκληση κι έσπευσε στην περιοχή με άλλο σκοπό κατά νου.
Αμέσως συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Χάνι της Γραβιάς, με τη συμμετοχή των οπλαρχηγών Δυοβουνιώτη και Πανουργιά. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ομέρ Βρυώνης θα κατήρχετο στην Πελοπόννησο, όχι δια του Ισθμού, αλλά δια του Γαλαξειδίου. Διαφώνησαν, όμως, ως προς το σχέδιο αντιμετώπισής του. Ο Ανδρούτσος πρότεινε να δώσουν τη μάχη στο Χάνι, ενώ οι Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς το έκριναν ακατάλληλο, επειδή ήταν πλινθόκτιστο και ευρίσκετο σε ανοικτό πεδίο. Εν τω μεταξύ, ο Ομέρ Βρυώνης με 9.000 άνδρες πλησίαζε στη Γραβιά και είχε πληροφορηθεί την παρουσία του Ανδρούτσου στο χάνι με μικρή δύναμη. Δεν ανησύχησε, όμως, πιστεύοντας ότι ο Ανδρούτσος θα έκανε αποδεκτή την πρότασή του.
Σε μια δεύτερη σύσκεψη των ελλήνων οπλαρχηγών, που δεν είχαν στη διάθεσή τους πάνω από 1200 άνδρες, λύθηκε η διαφωνία τους. Αποφάσισαν ο μεν Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά να πιάσουν τις γύρω περιοχές, ο δε Ανδρούτσος να χτυπήσει τον εχθρό από το χάνι σε μια οπωσδήποτε παράτολμη ενέργεια. Μαζί του βρέθηκαν 117 άνδρες, που μετέτρεψαν το πλινθόκτιστο κτίριο σε οχυρό με πρόχειρα έργα.
Το πρωί της 8ης Μαΐου 1821, ο Ομέρ Βρυώνης με τον στρατό του πλησίασε σε απόσταση βολής από το χάνι και αμέσως δέχτηκε καταιγισμό πυρών. Κατάλαβε ότι ο παλιός του φίλος δεν πήγε εκεί με φιλικούς σκοπούς, αλλά για να τον πολεμήσει. Πρώτα διέταξε να γίνει επίθεση κατά των ανδρών του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά, τους οποίους διασκόρπισε στα γύρω βουνά, όπως και στη Μάχη της Αλαμάνας. Στη συνέχεια, επικεντρώθηκε στο Χάνι και τον Ανδρούτσο.
Έκανε μια απόπειρα να τον μεταπείσει, στέλνοντας ένα δερβίση ως αγγελιοφόρο. Η αποστολή του ιερωμένου είχε τον λόγο της. Ο Ομέρ Βρυώνης γνώριζε ότι ο Ανδρούτσος ήταν Μουσουλμάνος Μπεκταξής. Ο δερβίσης προχώρησε έφιππος προς το Χάνι, αλλά ξαφνικά δέχθηκε μια σφαίρα στο μέτωπο κι έπεσε άπνους. Οι Οθωμανοί επιτέθηκαν κατά κύματα στο Χάνι. Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του κρατούσαν γερά. Ο Ομέρ Βρυώνης εξεμάνη με την ανικανότητα των αξιωματικών του και διέταξε και νέα επίθεση κατά το μεσημέρι. Και αυτή απέτυχε.
Τις πρώτες ώρες του δειλινού διέταξε κατάπαυση του πυρός, συνειδητοποιώντας ότι είχε διαπράξει ένα ακόμη λάθος. Από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και υποτιμώντας την ανδρεία των Ελλήνων είχε εκστρατεύσει χωρίς πυροβολικό. Αποφάσισε να αποσύρει προσωρινά τις δυνάμεις του και να διατάξει να του φέρουν κανόνια από τη Λαμία. Ήταν αποφασισμένος το πρωί της επόμενης ημέρας να ισοπεδώσει το Χάνι, με τους αυθάδεις υπερασπιστές του. Την κίνηση αυτή του Ομέρ Βρυώνη μάντεψε ο Ανδρούτσος και γύρω στις δύο τα ξημερώματα της 9ης Μαΐου επεχείρησε με τους 110 άνδρες του ηρωική έξοδο. Οι έξι είχαν σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της ολοήμερης μάχης. Αιφνιδίασαν τις τουρκικές φρουρές που είχαν περικυκλώσει το Χάνι και χάθηκαν μέσα στα σπαρτά.
Η Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς στοίχισε στον Ομέρ Βρυώνη πάνω από 300 νεκρούς και 200 τραυματίες Κυρίως, όμως, προκάλεσε κλονισμό στο ηθικό του στρατού του και τον δικό του δισταγμό για το αν έπρεπε να συνεχίσει την εκστρατεία του. Για λίγο καιρό, τουλάχιστον, ένας σοβαρός κίνδυνος για την Πελοπόννησο εξέλιπε. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναγνωρίσθηκε απ' όλους ως αναμφισβήτητος ηγέτης της Ανατολικής Στερεάς.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 ΕΓΙΝΕ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΕΒΙΔΙΟΥ

Μάχη του Λεβιδίου


Αποφασιστική μάχη για την ανύψωση του ηθικού των επαναστατημένων Ελλήνων, που δόθηκε στις 14 Απριλίου 1821 στο Λεβίδι, ένα χωριό που είναι χτισμένο στις ανατολικές πλαγιές του Μαινάλου, 25 χιλιόμετρα βόρεια της Τρίπολης.
Στις αρχές Απριλίου του 1821 είχε σχεδόν επικρατήσει το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη, που στόχευε στην κατάληψη της Τριπολιτσάς, του διοικητικού κέντρου του Οθωμανικού Μωριά. Γι’ αυτό, γύρω από την Τριπολιτσά είχαν αρχίσει να δημιουργούνται ελληνικά στρατόπεδα, για να την αποκόψουν από την υπόλοιπη Πελοπόννησο και να καταστήσουν ευκολότερη την άλωσή της. Όμως, με τη θέα των Τούρκων οι στρατολογημένοι Έλληνες το έβαζαν στα πόδια, χωρίς να ρίξουν ούτε μία τουφεκιά, με αποτέλεσμα ένα μετά το άλλο τα στρατόπεδα να διαλύονται. Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς και ραγιαδισμού είχαν κάνει πολλούς Έλληνες να σκύβουν το κεφάλι, όταν έβλεπαν Τούρκο και να υπομένουν μοιρολατρικά τον αυταρχισμό του. Άλλωστε, όσοι είχαν σηκώσει ανάστημα κατά του δυνάστη συχνά το πλήρωναν με το κεφάλι τους.
Στο Λεβίδι, όμως, όταν ακούσθηκε ότι φθάνει τουρκικός στρατός από την Τριπολιτσά κανείς δεν έφυγε. Ήταν το πρώτο στρατόπεδο που δεν διαλύθηκε στο άκουσμα της είδησης ότι 3.000 πεζοί και ιππείς έχουν εκστρατεύσει εναντίον τους. Το στρατόπεδο του Λεβιδίου είχε συσταθεί από τους Καλαβρυτινούς και τους ντόπιους οπλαρχηγούς Παναγιώτη Αρβάλη και Γεώργιο Μπηλίδα. Ήδη από τις 12 Απριλίου το στρατόπεδο είχε ενισχυθεί με τους οπλαρχηγούς Σωτήριο Χαραλάμπη, Σωτήριο Θεοχαρόπουλο, Νικόλαο Σολιώτη και Αναγνώστη Στριφτόμπολα. Οι Τούρκοι ξεκίνησαν από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση το Λεβίδι το βράδυ της 13ης Απριλίου.
Μόλις πληροφορήθηκαν την επικείμενη άφιξη του τουρκικού στρατού συγκεντρώθηκαν στο σπίτι, όπου διέμενε ο καλαβρυτινός Σωτήρης Χαραλάμπης και αποφάσισαν κατά πρώτο να ζητήσουν βοήθεια από τα γειτονικά στρατόπεδα της Αλωνίσταινας και του Κακουρίου και κατά δεύτερο να πιάσουν τις εισόδους του Λεβιδίου, ώστε να εμποδίσουν τους Τούρκους να εισέλθουν στο χωριό. Ο Σωτήρης Χαραλάμπης ταμπουρώθηκε σε μια ράχη κοντά στο Λεβίδι, ενώ πιο κάτω βρέθηκε ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας.
Τις πρωινές ώρες της 14ης Απριλίου, όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι το τουρκικό ιππικό πλησιάζει το Λεβίδι, πολλοί άνδρες πανικοβλήθηκαν. Εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, παρά τις προσπάθειες των οπλαρχηγών να τους συγκρατήσουν και κατέφυγαν στο βουνό. Τότε ο Στριφτόμπολας με 70 άνδρες αποφάσισε να δώσει τη μάχη μέσα στο χωριό. Οι Τούρκοι όρμησαν με άγριες διαθέσεις κατά των οχυρωμένων Ελλήνων, αλλά αντιμετώπισαν τη σθεναρή αντίστασή τους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του λαϊκού ποιητή Παναγιώτη Κάλα ή Τσοπανάκου (1789-1825)  «… στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι / πέφτει αλύπητο λεπίδι…»
Πραγματική μάχη δόθηκε έξω από το σπίτι που βρισκόταν ο Στριφτόμπολας. Εκεί έπεσαν οι περισσότεροι Τούρκοι, αλλά και ο ηρωικός οπλαρχηγός από τα Καλάβρυτα. Εν τω μεταξύ, είχαν αρχίσει να καταφθάνουν οι ενισχύσεις από τα διπλανά στρατόπεδα υπό τους Δημήτριο Πλαπούτα, Ηλία Τσαλαφατίνο, Νικόλαο Πετμεζά, Σταύρο Δημητρακόπουλο και Ασημάκη Σκαλτσά. Τότε, οι αμυνόμενοι βγήκαν από τα σπίτια και όρμησαν κατά των Τούρκων, που πανικόβλητοι εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, αφήνοντας πίσω τους πολλούς νεκρούς.
Η νίκη των Ελλήνων στο Λεβίδι αποτέλεσε το σημαντικότερο ως τότε γεγονός του Αγώνα. Οι ραγιάδες έβλεπαν πλέον ότι οι Τούρκοι δεν ήταν ανίκητοι!

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η συμβολή των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας στην Επανάσταση

epanastasi_1821_859898148.jpg 

Παρότι η Επανάσταση του 1821 έχει μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό, εν τούτοις διάφορες παράμετροι που σχετίζονται με το ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και γεωγραφικό πλαίσιο, παραμένουν ακόμα άγνωστοι. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνεται και η συμμετοχή των Ελλήνων που κατοικούσαν στις περιοχές που χάθηκαν οριστικά για τον ελληνικό κόσμο μετά το 1922.

Οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου:
Για τον οθωμανοκρατούμενο μικρασιατικό Πόντο, ο Γεώργιος Κανδηλάπτης αναφέρει ότι “Εν Τραπεζούντι κοινωνοί αυτής εγένοντο οι διδάσκαλοι Ηλ. Κανδήλης και Σάββας Τριανταφυλλίδης…” (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη, Ποντιακά ιστορικά ανάλεκτα, Αλεξανδρούπολη, 1925, σελ. 14.) Ο  ίδιος αναφέρεται στη μύηση του μητροπολίτη Χαλδίας Σιλβέστρου του Β’ και σε άλλα ενδιαφέροντα γεγονότα.
Γράφει : “…εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρίας κατηχηθείς υπό του εν Τραπεζούντι σχολάρχου, φίλου και συμμαθητού του Σάββα Τριανταφυλλίδου… και ότι βραδύτερον διεπιστώθη τούτο εξ επιστολής του εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώπου του Πρωτοσύγγελου Ιωακείμ, και έδωκεν, ενώπιον δύο απεσταλμένων της Φιλ. Εταιρείας, ελθόντων εις την Αργυρούπολιν υπό το ένδυμα δερβίσσηδων, τον επί τούτω όρκον. Οι ως άνω απεσταλμένοι, περιελθόντες πολλάς ελληνικάς εν Πόντω κοινότητας, πολλούς κατήχησαν και συνδρομάς εισέπραξαν δια τον αγώνα. Τότε έγραψα ότι κατηχήθηκαν και πλείστοι πρόκριτοι και προύχοντες της Αργυρουπόλεως και της επαρχίας Χαλδίας και συνηθροίσθη το σπουδαίον δια την εποχήν εκείνην ποσόν των 12.000 γροσίων, όπερ και απεστάλη μέσον Πατριαρχείων εις την αγωνιζομένην Ελλάδα.” (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη, Οι Πόντιοι κατά τους αγώνας της επαναστάσεως”,  Ποντιακή Εστία, τεύχ. 13, 1962, σελ. 6623-6626.)
Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Υψηλαντών, η οποία, όπως και η άλλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων, έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα. Η οικογένεια των Υψηλαντών ενσάρκωσε με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων των Ελλήνων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης του υπόδουλου γένους.
O Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την Γενική Αρχηγεία της Φιλικής Εταιρείας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1822 πέρασε τον Προύθο επικεφαλής μερικών μόνο αντρών. Στις 24 Φεβρουαρίου κήρυξε την Επανάσταση. Η κρίσιμη μάχη έγινε στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου. Η ηρωϊκή αντίσταση και η θυσία του “Ιερού Λόχου” με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, σήμαναν την καταστολή της εξέγερσης. Περισσότεροι από 200 Ιερολοχίτες έπεσαν στη μάχη και 37 αιχμαλωτίστηκαν για να αποκεφαλιστούν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Σώθηκαν 136, οι οποίοι θα καταλήξουν στις ρωσικές φυλακές. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα συλληφθεί από τους Αυστριακούς και θα παραμείνει στη φυλακή μέχρι το 1827. Από τους διασωθέντες Ιερολοχίτες εκτιμάται ότι οι 19 κατάγονταν από τον Πόντο.
Στα επαναστατικά στρατεύματα στον ελληνικό Νότο θα συναντήσουμε Πόντιους αγωνιστές. Ο Κάνις γράφει: “Ουχ ήττον και πολλοί νέοι Πόντιοι μέσον Ρωσίας και Ρουμανίας κατήλθον εις την Ελλάδα και επολέμησαν γενναίως εν Ηπείρω και Στερεά Ελλάδα…” Ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος γιατί ανάφερονται ως προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία. Σε μια μελέτη για τους Μικρασιάτες αγωνιστές Κ. Μ. Κωνσταντινίδη “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνική αναγέννησιν” που δημοσιεύτηκε το 1940 στο περιοδικό Μικρασιατικά Χρονικά, ο Οδυσσέας Λαμψίδης κατάφερε να εντοπίσει 17 Πόντιους αγωνιστές και να δημοσιεύσει με πλήρη τεκμηρίωση τα ονόματά τους. Ο εντοπισμός τους έγινε από τον τοπωνυμικό χαρακτηρισμό τους, όπως για παράδειγμα, Τραπεζανλής, Τραπεζούντιος, Μαυροθαλασσίτης, Σιναπλής, Κιουμουσχανελής. (Οδ. Λαμψίδου, “Έλληνες Πόντιοι εις την εθνεγερσίαν του 1821″, Αρχείον Πόντου, τόμ. 33, Αθήνα, 1975-1976, σελ. 9-10).
Ιωνία:
Κατά τους σκοτεινούς αιώνες της μουσουλμανικής οθωμανικής κυριαρχίας, η Ιωνία υπήρξε χώρος μεγάλης οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων. Η Σμύρνη αποτελούσε το δεύτερο εθνικό κέντρο μετά την Κωνσταντινούπολη. Τα σχολεία της, όπως και αυτά των Κυδωνιών (Αϊβαλί), υπήρξαν εστίες με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία. Η πνευματική ανάπτυξη της Ιωνίας θα εκφραστεί το 1819 με την ίδρυση τυπογραφείου στο Αϊβαλί, σε οίκημα της εκκλησίας της Παναγίας της Ορφανής. Η πρώτη του έκδοση είναι μια “Ωδή” της Ευανθίας Καϊρη και ένα στιχούργημα προς τιμήν του  A. Didot. Η εκδοτική δραστηριότητα θα παύσει μετά την έκρηξη της επανάστασης και την καταστροφή της πόλης στις 3 Ιουνίου 1821.
Ένας από τους κορυφαίους εμπνευστές της ελληνικής πολιτικής αναγέννησης, ο Αδαμάντιος Κοραής, ήταν Σμυρνιός. Το κίνημα της Φιλικής Εταιρείας είχε βρει γόνιμο έδαφος στην Ιωνία. Πολλοί Έλληνες της Ιωνίας έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να πολεμήσουν τους κατακτητές.  Οι παραθαλάσσιες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έδιναν σημαντική βοήθεια στους επαναστάτες, προκαλώντας την οργή των Οθωμανών.
Με αφορμή την ανατίναξη ενός οθωμανικού πλοίου από μπουρλοτιέρηδες στο λιμάνι της Ερεσσού, στα τέλη του Μαϊου του 1821, έδωσε την αφορμή για την καταστροφή του Αϊβαλιού και των 30.000 Ελλήνων κατοίκων του. Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει ως εξής την καταστροφή της ιωνικής πόλης: “…η μισοαυτόνομη πες εκείνη πολιτεία στα Μικρασιατικά παράλια συγκέντρωσε το φθόνο και τη βουλιμία της αρπαγής του δυνάστη. Γενίτσαροι, ζεϊμπέκια, ταγκαλάκια, γιουρούκηδες άρχισαν να μαζεύονται για να τη διαγουμίσουν. Οι λάμψεις του ντελινιού της Ερεσσού στάθηκαν το σύνθημα ν’ αρχίσουν οι σφαγές. Στέλνουνε μήνυμα στο στόλο μας, που καθώς είπαμε βρισκόταν σ’ εκείνα τα νερά, να τους γλυτώσει από σίγουρο χαμό. Φουντάρουν τα καράβια μας έξω από το λιμάνι του Αϊβαλιού, καθώς τα νερά του ρηχά και δεν μπορούσαν να αράξουν μέσα σ’ αυτό. Κατεβάζουν τις σκαμπαβίες και τις φελούκες τους, βάζουν σε μερικές απ’ αυτές μικρά κανόνια και τρέχουν στην ξηρά. Τους δρόμους τους διαφεντεύει κιόλας ο θάνατος, όπως οι Τούρκοι είχανε ξεχυθεί στην πολιτεία καίοντας και σφάζοντας. Τους χτυπάνε οι μαρινάροι μας και τους  πισωγυρίζουν. Κι ο λαός ξεχύνεται με την αγωνία της σωτηρίας στην ψυχή και τους μπόγους της προσφυγιάς στο χέρι, στις σκαμπαβίες και στις φελούκες. Φορτωμένες ως τα μπούνια, κουβαλάνε αδιάκοπα στα καράβια μας τη Ρωμιοσύνη που αποζήταγε, για μια ακόμα φορά, να βρει τη σωτηρία στη φυγή.  Μα που να χωρέσουν τόσες χιλιάδες ψυχές; Σε λίγο κινδύνευαν να βουλιάξουν τα καράβια μας από το πλήθος της δυστυχίας που σωριάστηκε σ’ αυτά. Σ’ ένα μονάχα, στον “Αγαμέμνονα” του Τσαμαδού, 870 ψυχές είχαν πλημμυρίσει το πόντε του, τους κοραδούρους του, τ’ αμπάρια του.  Όσοι δεν ήταν πια τρόπος να βρούνε λίγο τόπο στα καράβια μας. Απόμειναν στην ξηρά. Οι άντρες σφάχτηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν και σύρθηκαν στη σκλαβιά και στην ατίμωση. Οι άλλοι που γλύτωσαν σκόρπισαν στα νησιά -Ψαρά. Αίγιαν, Σκύρο, Ύδρα, Σπέτσες. Μαύρη κι άραχλη η ζωή τους στον αχάριστο αγώνα να οικονομήσουν το ψωμί της προσφυγιάς. Ελευθερία, πόσο ακριβά σ’ αγοράζουν οι λαοί! Η μόνη ευτυχία τούτων των δυστυχισμένων στάθηκε, πως πολλοί απ’ αυτούς πολέμησαν το δυνάστη στεριά και θάλασσα.” (Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του ’21, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1971, σελ. 111.) Οι διωγμοί δεν τελείωσαν με την καταστροφή του Αϊβαλιού αλλά συνεχίστηκαν ως το Δεκέμβριο στη Σμύρνη και στο Κουσάντασι. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιωνία και να καταφύγει στην Ελλάδα. Ως πρώτοι κάτοικοι του Πειραιά, το 1834, καταγράφονται 150 πρόσφυγες από τη Χίο και την Ιωνία. (Λ. Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940) Το 1826 ο Σμυρνιός Ιωάννης Καρόγλου συγκροτεί στην Πελοπόννησο την “Ιώνιο Φάλαγγα”. Εφεξής, ένα μέρος των Ιώνων, θα συμμετέχουν συγκροτημένα στην Επανάσταση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σχετικό δημοσίευμα της “Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος” στις 24 Ιουλίου 1826, συγκροτήθηκε στο Ναύπλιο δύο μήνες μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Σκοπός της Φάλαγγας ήταν “… η εις εν σώμα ένωσις των εις την ελευθέραν Ελλάδα ευρισκομένων και υπό διαφόρους αρχηγούς διεσπαρμένων Ιώνων… δια να κατασταθώσιν ούτω χρησιμώτεροι εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερού ελληνικού αγώνα.” Η Ιώνιος Φάλαγγα εκστράτευσε στη νότια Πελοπόννησο για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Έλαβε μέρος στις μάχες του χωριού Μεχμέταγά και του Μπασαρά, όπου και διακρίθηκε. Το φθινόπωρο του ’26 πολέμησε στην Αττική. Συμμετείχε στις μάχες της Δόμβραινας, της Αράχοβας, του Διστόμου και της Ακρόπολης των Αθηνών. Το ιωνικό αυτό στρατιωτικό σώμα διαλύθηκε το 1827, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου στη Χίο. Οι περισσότεροι από τους άντρες του επέστρεψαν στο Ναύπλιο. Αργότερα εντάχθηκαν στις στρατιωτικές ομάδες που οργάνωσε ο Καποδίστριας.
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους αρκετοί πρόσφυγες θα επιστρέψουν στις ιωνικές τους εστίες. (Γ. Αναστασιάδη, “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνικήν αναγέννησιν”, Μικρασιατικά Χρονικά, τεύχ. 1, 1938.)

Πηγή: kars1918.wordpress.com
http://www.pontos-news.gr/permalink/19781.html
 

ΤΙ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Τι γράφουν τα Τουρκικά σχολικά βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση του 1821     

Turkish schools
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση του τουρκικού σχολικού εγχειριδίου (Emin Oktay, Tarih, Lise: III, έκδ. 1988, σσ. 237-240) και καταδεικνύει τον τρόπο που διδάσκονται οι γείτονες την κοινή μας Ιστορία. Τα σχόλια και οι υποσημειώσεις είναι των συγγραφέων Κατσουλάκου Θ.,Τσαντίνη Κ. από το βιβλίο τους “Προβλήματα Ιστοριογραφίας στα Σχολικά Εγχειρίδια των Βαλκανικών Κρατών. Επανάσταση του΄21, Βαλκανικοί Πόλεμοι. εκδ. Εκκρεμές”. Η αρίθμηση μέσα στο κείμενο παραπέμπει σε αντίστοιχο σχολιασμό από τους ερευνητές παρακάτω. Το Τουρκικό σχολικό βιβλίο: Οι Έλληνες 1, οι οποίοι είχαν περισσότερα προνόμια 2 απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς που τελούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία, ζούσαν κυρίως στην Ελλάδα 3, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, στη Δυτική Μικρασία και στα παράλια της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, όπου ήταν εγκαταστημένοι σε πόλεις και κωμοπόλεις και ασχολούνταν με τις τέχνες και το εμπόριο και ιδιαίτερα με τη ναυτιλία. Οι Έλληνες είχαν υποταχτεί οριστικά στο οθωμανικό κράτος επί Μωάμεθ του Πορθητή 4. Είχαν παραχωρηθεί τότε και σ’ αυτούς, όπως και στους άλλους χριστιανούς, ελευθερίες ως προς τα θέματα θρησκείας και γλώσσας. Στην Πελοπόννησο μάλιστα και στα νησιά του Αιγαίου οι Έλληνες ζούσαν σχεδόν αυτόνομοι 5.
Οι Οθωμανοί θεωρούσαν ανώτερους τους Έλληνες από τους άλλους χριστιανούς και τους διόριζαν σε ορισμένες θέσεις και ιδιαίτερα σε θέσεις διερμηνέων 6. Ορισμένοι μάλιστα Έλληνες άρχοντες από το Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως προωθούνταν σε θέσεις ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας 7.

turchish-school 

Σε σχέση με τους άλλους χριστιανικούς λαούς οι Έλληνες ήταν πιο εύποροι και πιο φωτισμένοι. Οι σχέσεις που είχαν αναπτύξει με τη Ρωσία κατά τον 18ο αιώνα συντέλεσαν στη διάδοση εθνικοαπελευθερωτικών ιδεών μεταξύ τους 8. Στην πραγματικότητα οι Ρώσοι ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου 9 ξεσήκωναν τους Έλληνες σε κάθε ευκαιρία εναντίον του οθωμανικού κράτους. Όταν στη διάρκεια της εκστρατείας του 1768 ο ρωσικός στόλος είχε καταπλεύσει στην Πελοπόννησο, οι Έλληνες είχαν επαναστατήσει, αλλά η επανάσταση είχε κατασταλεί αμέσως 10. Στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης τα ελληνικά πλοία υπό τουρκική σημαία κυκλοφορούσαν ελεύθερα παντού και μονοπώλησαν το εμπόριο της Μεσογείου 11. Έτσι πλούτισαν πολλοί Έλληνες που ζούσαν σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης (όπως η Μασσαλία, η Τεργέστη, η Οδησσός) και ίδρυσαν στην Ελλάδα πολλά σχολεία και διέδωσαν σ’ όλους τους Έλληνες τις ιδέες της εθνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Τις ιδέες τις ενίσχυσε η Γαλλική Επανάσταση. Τέλος οι Έλληνες ίδρυσαν μια μυστική οργάνωση που στόχευε στην απόκτηση της ανεξαρτησίας τους και ονομαζόταν Εθνική Εταιρεία 12. Η Εθνική Εταιρεία ιδρύθηκε αρχικά το 1814 στην Οδησσό από τρία άτομα (δύο Έλληνες και ένα Βούλγαρο) 13. Ουσιαστικός στόχος της ήταν η επανίδρυση της αρχαίας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 14. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ο τσάρος της Ρωσίας ήταν πληροφορημένοι σχετικά με την ίδρυση της Εταιρείας. Η Εθνική Εταιρεία ενδυναμώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και ίδρυσε πολλά παραρτήματα στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Οι κυριότεροι εύποροι και φωτισμένοι Έλληνες έγιναν μέλη της, ανάμεσά τους και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 15. Αρχηγός της ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, γιος του πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας και υπασπιστής του τσάρου.
Χάρη στις ενέργειες της Εθνικής Εταιρείας οι Έλληνες είχαν προετοιμαστεί πλήρως για να επαναστατήσουν. Δεν άφηνε όμως περιθώριο για να ξεσπάσει η επανάσταση ο Αλή πασάς 16, βαλής των Ιωαννίνων, που ήταν γνώστης όλων των δραστηριοτήτων της Εταιρείας. Όταν πάντως ο Αλή πασάς έκανε τη δική του επανάσταση εναντίον του σουλτάνου, οι Έλληνες επωφελήθηκαν: ενώ οι οθωμανικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες μ’ αυτόν, η Εθνική Εταιρεία αποφάσισε να ξεσπάσει η επανάσταση.
 
ottoman-empire-1580
Η Οθωμανική αυτοκρατορία στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1580)
Σχολιασμός και επεξηγήσεις:
1. Χρησιμοποιούνται δύο λέξεις στο τουρκικό κείμενο για την απόδοση του όρου «Έλληνες», “Rum” και “Yunan”. Η πρώτη αποδίδεται γενικά στους Έλληνες της Τουρκοκρατίας: ρωμιούς, ραγιάδες, ενώ η λέξη Yunan = Ίωνες, χαρακτηρίζεται η Ελληνική Επανάσταση και το ελληνικό κράτος. Με τον όρο “Rum” χαρακτηρίζεται και σήμερα η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινουπόλεως. Για ένα μεγάλο διάστημα Ρούμελη ονομαζόταν ολόκληρο το ευρωπαϊκό οθωμανικό κράτος (Rum-eli, χώρα των Ρωμαίων, Ρωμιών, Ελλήνων, πρβλ. Ρωμυλία). Το άλλο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ασιατικό, ονομαζόταν Anadolu (Ανατολή). 2.Το θέμα των προνομίων είναι αρκετά σκοτεινό ως προς την έκταση και την εφαρμογή σε διάφορες περιοχές της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Βασικό στοιχείο για την εκχώρησή τους υπήρξε η ειδική μνεία στο Κοράνι για τους λαούς της Βίβλου, χριστιανούς και εβραίους. Εδώ λαμβάνονται με την ευρεία έννοια, της παραχωρήσεως δηλαδή ελευθερίας σχετικά με τη θρησκεία, τη γλώσσα, την κοινοτική διοίκηση και άλλα, που ποίκιλλαν κατά τον τρόπο παροχής, το χρόνο και τον τρόπο εφαρμογής. Η πολιτική των προνομίων χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους για να ενισχυθεί το ανθενωτικό πνεύμα των Ορθοδόξων. Στο κείμενο, πάντως, έμμεσα τονίζεται η «αχαριστία» των Ελλήνων, οι οποίοι, μολονότι είχαν περισσότερα προνόμια, επηρεασμένοι από τους ξένους, επαναστάτησαν. 3. Εννοεί τη Στερεά Ελλάδα. 4. Βλέπε 15η παρατήρηση του βουλγαρικού κειμένου. 5. Προφανώς υπονοούνται τα προνόμια και οι οικονομικές διευκολύνσεις (αχτναμέδες) που χορηγήθηκαν σε ορισμένες περιοχές, όπως τα νησιά (Χίος, Κυκλάδες), η Ήπειρος (Γιάννενα, Ζαγοροχώρια), η Μακεδονία (Μαντεμοχώρια), που παράλληλα εξασφάλιζαν και τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γ. Κοντογεώργη, 1983, σ. 15. Αντίθετα η Πελοπόννησος δεν έχει προνομιακό καθεστώς και αρχικά παραχωρείται σε Τούρκους τιμαριώτες (βλ. Ι.Ε.Ε., ΙΑ΄, σ. 207). Τον 18ο αι. μεγάλες εκτάσεις κατέχουν Τούρκοι ιδιώτες στο Ναύπλιο, Μεθώνη, Κορώνη (Ι.Ε.Ε. σ. 210), ενώ όλη η Πελοπόννησος διαιρείται σε 24 βιλαέτια, Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, ανατύπωση, Αθήνα 1978, σ. 99. Διοικείται από το «μόρα-βαλεσή» ως πασαλίκι με κέντρο την Τριπολιτσά. Ιδιότυπη εξαίρεση αποτελεί μόνο η Μάνη, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Καπουδάν πασά και αυτοδιοικείται από ντόπιο καπετάνο, τον «μανιάτ-μπέη» (1776-1821), Π. Καλονάρου, Μάνη, εδ. Π. Πατσιλινάκος, Αθήνα 1981, σ. 57.

Το Φανάρι στην Κωνσταντινούπολη 
6. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης επάνδρωσαν σε μεγάλο βαθμό τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό. Ιδιαίτερα διέπρεψαν ως διερμηνείς (δραγουμάνοι). 7.  Η ευνοϊκή μεταχείριση των Φαναριωτών από το σουλτάνο παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της εκτίμησης και της ειδικής μεταχείρισης που είχαν οι Έλληνες από την Υψηλή Πύλη. Άρα το συμπέρασμα για το μαθητή είναι εύλογα η αχαριστία των Ελλήνων προς τον «ευεργέτη» τους σουλτάνο. Αποσιωπάται τελείως η αδήριτη αναγκαιότητα που επέβαλε τους Φαναριώτες στην τουρκική διοίκηση ως Μεγάλους Διερμηνείς και ως ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες (1709-1821). Η ανάγκη επικοινωνίας με τις χώρες της Δύσης (συνθήκες-διομολογήσεις) κατέστησε απαραίτητη την παρουσία των γλωσσομαθών Φαναριωτών, μια και το Κοράνι απαγόρευε την εκμάθηση γλωσσών των απίστων. 8. Οι απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων θεωρούνται κινήματα που προήλθαν αποκλειστικά και μόνο από την επαφή των Ελλήνων με τη Ρωσία. Αγνοούνται όλα τα επαναστατικά κινήματα πριν από τον Μεγάλο Πέτρο. Τον 15ο αι. κατά τον τουρκοβενετικό πόλεμο επαναστατεί η Πελοπόννησος. Τον 16ο αι. η Ήπειρος και η Πελοπόννησος, παραμονές της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571). Από το 1600 έως το 1611 ο επίσκοπος Διονύσιος Τρίκκης, ο «Σκυλόσοφος», ξεσηκώνει τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. 9. Είναι η εποχή που ο Μεγάλος Πέτρος αναπροσαρμόζει την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, αναζητώντας παράθυρο στο Νότο, και καλεί τους Έλληνες «εις το ασκέρι του και εις το μεγάλο φλάμπουρό του». Από τότε διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι η απελευθέρωση των Ελλήνων θα έρθει από το ξανθό γένος του Βορρά, και αρχίζουν να διαδίδονται οι προφητείες του Αγαθάγγελου, Κ.Ν. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνησι 1869, σ. 213. 10. Πρόκειται για τα Ορλωφικά κατά τη διάρκεια του Α΄ επί Μεγάλης Αικατερίνης Ρωσοτουρκικού πολέμου (1767-1774), που κλείνει με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967. 11. Τονίζεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι χάρη στη ρωσική σημαία κυκλοφορούσαν ελεύθερα τα ελληνικά πλοία. Η εμπορική και ναυτιλιακή ανάπτυξη των Ελλήνων οφείλεται φυσικά και στη γενικότερη οικονομική και πολιτική συγκυρία στη Μεσόγειο. Επισημαίνουμε ενδεικτικά ορισμένα γεγονότα: την παρακμή της Βενετίας, τη ναυτολόγηση Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τις ελληνικές παροικίες, την αδράνεια του εμπορικού αγγλογαλλικού στόλου λόγω των πολέμων, την πλήρη αδιαφορία των οθωμανικού στρατιωτικού κράτους για το θαλασσινό εμπόριο. Ασφαλώς σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η ναυτική παράδοση των Ελλήνων. Με ιδιαίτερη συμφωνία (1783), που ουσιαστικά ήρθε ως επεξήγηση των ασαφειών της προηγούμενης συνθήκης (1774), τα ελληνικά πλοία με ρωσική σημαία απέκτησαν το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά.
1821 filiki eteria
12.  Έτσι αποδίδεται η Φιλική Εταιρεία. 13. Προφανώς το σλαβοκατάληκτο όνομα του Γιαννιώτη εμπόρου Αθανασίου Τσακάλωφ οδήγησε τον Τούρκο συγγραφέα να εκλάβει ως Βούλγαρο τον πιο μορφωμένο Έλληνα από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ελληνικότητα. Ο Τσακάλωφ είναι γιος του Γιαννιώτη εμπόρου Ιωάννη Τσακάλογλου, που μετοίκησε στη Μόσχα για εμπορικούς λόγους και άλλαξε το όνομά του από Τσακάλογλου στο «ρωσοπρεπές» Τσακάλωφ, κατά τη συνήθεια της εποχής.
14. Ο στόχος της Φιλικής δεν είναι σαφής. Σύμφωνα με την προκήρυξή της «η Εταιρεία συνίσταται από καθ’ αυτό Έλληνας φιλοπάτριδας και ονομάζεται Εταιρεία των Φιλικών. Ο σκοπός των μελών αυτής είναι η καλυτέρευση του Έθνους και, αν ο Θεός το συγχωρέσει, η ελευθερία του» (από κείμενο της Φιλικής στα κρατικά αρχεία της Ρουμανίας, που δημοσιεύτηκε στα Ντοκουμέντα για την ιστορία της Ρουμανίας, τ. Δ΄ σσ. 32-39, βλ. Η Επανάσταση του ’21. ΚΜΕ σ. 76). Η ελληνική άποψη είναι ότι μοναδικός «σκοπός της Φιλικής ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας και πέρα από αυτό δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι αποφασίστηκε οτιδήποτε άλλο, π.χ. ποιο θα ήταν το καθεστώς της ανεξάρτητης Ελλάδας βασιλεία ή αβασίλευτη δημοκρατία» (Ι.Ε.Ε., τ. ΙΑ΄, σ. 425). 15. Νεότερες έρευνες πιστοποιούν τη σχέση του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ με τους Φιλικούς, Θ. Ζώρα, Ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ εις έκθεσιν του Ολλανδού επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Παρνασσός ΙΒ (1976), 127-138. Αντίθετα ο τσάρος, που αρχικά αγνοεί την ύπαρξη της Εταιρείας, θα αντιταχθεί στα σχέδια του Υψηλάντη και των Φιλικών, όπως μαρτυρεί ο Καποδίστριας, απαντώντας σε επιστολή Έλληνα της Οδησσού, Βλ. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, σ. 52. 16. Πράγματι από τους βασικούς λόγους που επέβαλαν την επίσπευση της Επανάστασης ήταν η εμπλοκή της Πύλης σε πόλεμο με τον Αλή πασά. Αλλά ο Αλής ήταν εκείνος που περίμενε εναγωνίως την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, όπως μαρτυρεί και το αλβανικό εγχειρίδιο (σ. 162), το οποίο αναφέρει ότι ο Αλής βοήθησε τη Φιλική Εταιρεία και ανυπομονούσε να ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση στο Μωριά, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Όταν την Άνοιξη του 1820 η Πύλη τον καταδίκασε σε θάνατο, στήριξε τις ελπίδες του στους σαράντα χιλιάδες στρατιώτες του· ήλπιζε μάλιστα ότι ο σουλτάνος θα ζητούσε να συμβιβαστεί μαζί του.

Το υπαίθριο παζάρι της Αθήνας επί Τουρκοκρατίας. Πίνακας του Edward Dodwell
Το υπαίθριο παζάρι της Αθήνας επί Τουρκοκρατίας. Πίνακας του Edward Dodwell
(ηλεκτρονική μορφή κειμένου από 24grammata.com)