ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΥΝΑΔΗΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

Αργύρης Κουνάδης
1924 – 2011

Αργύρης Κουνάδης
 Αργύρης Κουνάδης: Έλληνας συνθέτης, με ευρύτητα έργου, που ξεκινά από τη λαϊκή μουσική και φθάνει έως τη μουσική πρωτοπορία.
Ο Αργύρης Κουνάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις
14 Φεβρουαρίου 1924, στους κόλπους μιας οικογένειας με κεφαλλονίτικη καταγωγή. Τις μουσικές του σπουδές πραγματοποίησε στο Ωδείο Αθηνών, με καθηγητές τους Δημήτριο Μακρή και Σπύρο Φαραντάτο. Το 1952 έλαβε δίπλωμα πιάνου και το 1956 δίπλωμα σύνθεσης από το Ελληνικό Ωδείο με καθηγητή τον Γιάννη A. Παπαϊωάννου.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής δραστηριοποιήθηκε στην ΕΠΟΝ και το 1943 έγραψε τον πρώτο ύμνο της οργάνωσης σε στίχους Γιώργου Τσαπόγα. Συνελήφθη για τη δράση του και κλείστηκε στις φυλακές της Καλλιθέας. Εκεί, για καλή του τύχη, ήταν διοικητής ένας Ιταλός μουσικός, που μόλις έμαθε ότι ο Κουνάδης είναι μουσικός, φρόντισε να τον απελευθερώσει κρυφά τρεις μέρες μετά τη σύλληψή του.
Από το 1950 συνεργάστηκε με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, μαζί με τον
Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη, με τους οποίους διατηρούσε φιλία. Το 1951 ερμήνευσε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε πρώτη ελληνική εκτέλεση, το Κοντσέρτο για πιάνο του Αράμ Χατσατουριάν. Την ίδια περίοδο άρχισε να γράφει τις πρώτες συνθέσεις του για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Συγκαταλέγεται στους πρώτους Έλληνες συνθέτες που ενδιαφέρθηκαν για το ρεμπέτικο. Το ρεμπέτικο μαζί με τη μουσική των Μπάρτοκ και Στραβίνσκι επηρέασαν βαθιά τα πρώτα έργα του, της περιόδου 1949 - 1957, τα περισσότερα από τα οποία, αργότερα αποκήρυξε. Ο ίδιος ο συνθέτης διέσωσε από εκείνη την περίοδο τέσσερα έργα, τα Σχέδια για ένα καλοκαίρι (6 ποιήματα του
Γιώργου Σεφέρη, για βαρύτονο και πιάνο, 1949), Μουσικές στιγμές (για βιολί και πιάνο, 1949-50), Συμφωνιέτα σε μι με πιάνο obligato και Απόσπασμα από τον θρήνο της Αντιγόνης του Σοφοκλή (για γυναικεία φωνή και 5 πνευστά, 1956).
Το 1958 με υποτροφία του ΙΚΥ ξεκινά σπουδές στη Μουσική Ακαδημία του Φράιμπουργκ, στη σύνθεση και τη διεύθυνση ορχήστρας, με καθηγητές τον συνθέτη Βόλφγκανγκ Φόρτνερ και τον μαέστρο Καρλ Φέτερ.
Μετά την αποκήρυξη του πρώιμου έργου, στρέφει το μουσικό του βλέμμα στο ατονικό, το δωδεκάφθογγο, το σειραϊκό και το αλεατορικό σύστημα, επιλέγοντας μια υπερμοντέρνα μουσική τεχνοτροπία βυζαντινής αυστηρότητας, η οποία δίνει έμφαση στον μελοποιημένο λόγο και το δραματικό στοιχείο, που μεταφέρονται ακόμη και στα καθαρώς συμφωνικά του έργα. Ο έμφυτος λυρισμός του, ωστόσο, παραμένει όπως και η πεποίθησή του ότι «η τέχνη πρέπει να συνεχίζει την παράδοση με σύγχρονα μέσα».
Από το σύνολο του έργου του, ξεχωρίζουν το Χορικό για συμφωνική ορχήστρα, τα Ετεροφωνικά ιδιόμελα για συμφωνική ορχήστρα, το Κουϊντέτο για πνευστά, το Κουαρτέτο για έγχορδα και άλλα. Το Χορικόν (1958) ήταν το πρώτο ελληνικό έργο που παίχτηκε στις εκδηλώσεις της Εταιρείας Σύγχρονης Μουσικής στην Κολωνία το 1959, και το πρώτο ελληνικό έργο που παίχτηκε από τη Φιλαρμονική του Βερολίνου με διευθυντή ορχήστρας τον Βόλφγκανγκ Φόρτνερ (1961). Το 1963 διορίστηκε βοηθός του Φόρτνερ και το 1972 καθηγητής στην Ακαδημία του Φράιμπουργκ, ενώ ανέλαβε και τη διεύθυνση του μουσικού συνόλου Μούζικα Βίβα.
Συνέθεσε όπερες με ιδιαίτερα σαρκαστική διάθεση (Το λαστιχένιο φέρετρο, Τα μαγεμένα αναλόγια, Τειρεσίας), οι οποίες έχουν ανεβεί αρκετές φορές σε σημαντικά γερμανικά θέατρα (Βόννη, Μπαϊρόιτ, Χαϊδελβέργη, Φράιμπουργκ, Λίμπεκ, κ.α.), στη Λυρική Σκηνή και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Τις δεκαετίες του '70 και του '80 έγραψε λαϊκά τραγούδια, που τραγουδήθηκαν από γνωστούς τραγουδιστές και αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό. Ξεχωρίζουν τα τραγούδια: Στην πλατεία Αβησσυνίας, Do you like the Greece, Όρτσα τα πανιά με τη φωνή του Αντώνη Καλογιάννη και Δεν περισσεύει υπομονή με την ξεχωριστή ερμηνεία της
Σωτηρίας Μπέλλου. Τη δεκαετία του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60 συνέθεσε μουσική για τον κινηματογράφο (Ουρανός του Τάκη Κανελλόπουλου και Αντιγόνη του Γιώργου Τζαβέλα).
Η νόσος του Πάρκινσον, που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, του στέρησε χαρές, όπως να παραστεί στην τιμητική εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής το 2006, αλλά δεν στάθηκε ικανή να τον απομακρύνει από τη μεγάλη του αγάπη στη μουσική.
Ο Αργύρης Κουνάδης πέθανε στις
22 Νοεμβρίου 2011, στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/417#ixzz3JpUF9zMa


Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1925

Μάνος Χατζιδάκης
1925 – 1994
Μάνος Χατζιδάκις

Μάνος Χατζιδάκις: Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις... Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.
Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής.
Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (
Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.
Γνωριμία με τον Κουν. Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του
Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον
Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Χατζιδάκις και σινεμά:

Με τη Μελίνα ΜερκούρηΜεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (
Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά. Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του. Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό. Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble. Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.
Η γέννηση του «Τρίτου»:
Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς. Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις
15 Ιουνίου 1994.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/147#ixzz3Gz079kPj

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 1994 ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ

Μάνος Χατζιδάκης
1925 – 1994
 
Μάνος Χατζιδάκης: Ένας από τους σημαντικότερους έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις... Μάνος Χατζιδάκης. Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκης, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκη και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκης με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.
Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής: Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκης εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της Ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε. Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.
Γνωριμία με τον Κουν: Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά. Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία. Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκης έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Χατζιδάκις και σινεμά :

Με τη Μελίνα Μερκούρη
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά. Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του. Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκης χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκης» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκης πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.
Η γέννηση του «Τρίτου»: Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς. Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκης ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκης «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.