ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ Ζ' ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1408

Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος
1370 – 1408

Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος
 Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος: Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, σε μια εποχή που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια και δοκιμαζόταν από τις εσωτερικές διαμάχες της δυναστείας των Παλαιολόγων, στην οποία ανήκε.
Ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος γεννήθηκε το 1370 και υπήρξε πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Δ’ Παλαιολόγου (1348-1385) και της συζύγου του Μαρίας Κυράτζας (1348-1390), κόρης του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Αλεξάντρ. Παππούς του ήταν ο επίσης αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος (1332-1391).
Συμβασίλευσε με τον πατέρα του (1376-1379), ο οποίος με τη βοήθεια των Οθωμανών Τούρκων είχε ανατρέψει τον παππού του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Μετά την παλινόρθωσή του το 1379, ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος τύφλωσε μερικώς, τόσο τον γιο του, όσο και τον εγγονό του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1385, ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος θεώρησε εαυτόν νόμιμο διάδοχο του θρόνου και αντιτάχθηκε στις βλέψεις του θείου του
Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου.
Στις
14 Απριλίου 1390 ανέτρεψε τον παππού του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, με τη βοήθεια των Γενουατών και του Οθωμανού Σουλτάνου. Ο Βαγιαζήτ Α’ (1354-1403) επιθυμούσε την ανατροπή του αυτοκράτορα, που έτρεφε αντιτουρκικά και φιλοβενετικά αισθήματα. Είχε προηγηθεί ταξίδι του Ιωάννη Ζ’ στη Γένουα το 1389 προς αναζήτηση πολιτικής υποστήριξης έναντι του θείου του, Μανουήλ. Ο Ιωάννης Ζ’ παρέμεινε στον θρόνο για λίγους μήνες έως τις 17 Σεπτεμβρίου 1390, οπότε ανατράπηκε με πρωτοβουλία του θείου το Μανουήλ Β’. Ο πατέρας του Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος ανακηρύχθηκε για τρίτη φορά αυτοκράτορας.
Αμέσως μετά την αποκατάσταση του Ιωάννη Ε’ στον θρόνο του Βυζαντίου, ο Ιωάννης Ζ’ και ο Μανουήλ Β’ κλήθηκαν από τον Βαγιαζήτ, βάσει των όρων υποτέλειας που είχε συμφωνήσει ο Ιωάννης Ε’ να συμμετάσχουν στην επόμενη στρατιωτική εκστρατεία των Τούρκων, κατά της Φιλαδέλφειας, η οποία μέχρι εκείνη την ώρα ήταν σε Βυζαντινά χέρια. Ενώ βρίσκονταν στη Μικρά Ασία τους αναγγέλθηκε η είδηση για τον θάνατο του Ιωάννη Ε’ (
16 Φεβρουαρίου 1391). Οι δυο τους συμφώνησαν να στεφθεί αυτοκράτορας ο Μανουήλ Β’ και ο Ιωάννης Ζ’ να ανακηρυχθεί διάδοχός του, αφού ο Μανουήλ ήταν ακόμη ανύπαντρος.
Ο Βαγιαζήτ επιθυμούσε την αποκατάσταση του Ιωάννη Ζ’ στον θρόνο του Βυζαντίου και δεν δίστασε να αποκλείσει και να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Ο κλοιός γύρω από την πόλη έγινε ασφυκτικότερος μετά την αποτυχημένη Σταυροφορία του 1396, που τερματίστηκε με τη συντριπτική νίκη του σουλτάνου στη μάχη της Νικόπολης το ίδιο έτος. Το 1399 εισήλθε πανηγυρικά ο Ιωάννης Ζ’ στην Πόλη, χωρίς όμως να επιτρέψει την παράδοσή της στους Οθωμανούς. Ο ίδιος τέθηκε επικεφαλής της άμυνας ως αντιβασιλιάς, ενώ ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ περιόδευσε στη Δύση, με σκοπό να συγκεντρώσει πολύτιμη βοήθεια. Όλοι περίμεναν το θαύμα, το οποίο ήρθε με τη μορφή του Ταμερλάνου. Το 1402 ο Βαγιαζήτ έλυσε την πολιορκία για να αντιμετωπίσει τη Χρυσή Ορδή του Μογγόλου ηγέτη. Υπέστη συντριβή στη μάχη της Άγκυρας (
20 Ιουλίου 1402) και συνελήφθη αιχμάλωτος.
Τον επόμενο χρόνο ο Ιωάννης Ζ’, εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διαμάχες των Οθωμανών, υπογράφει συνθήκη μαζί τους και η Θεσσαλονίκη περιέρχεται και πάλι στο Βυζάντιο (
3 Ιουνίου 1403). Έχοντας αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις του με τον αυτοκράτορα και θείο του Μανουήλ Κομνηνό εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιοχής ως «Δεσπότης της Θεσσαλονίκης» και «Βασιλεύς πάσης Θεσσαλίας».
Το 1399 νυμφεύτηκε τη γενουατικής καταγωγής Ευγενία Γκατιλούζιο, πρωτότοκο κόρη του Λόρδου της Λέσβου Φραντσέσκο Β’ Γκατιλούζιο, η οποία μετονομάστηκε σε Ειρήνη. Μαζί απέκτησαν τον Ανδρόνικο Ε’ Παλαιολόγο, ο οποίος συμβασίλευσε με τον πατέρα του από το 1403 έως το 1407, οπότε πέθανε σε ηλικία επτά ετών.
Ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος πέθανε στις
22 Σεπτεμβρίου 1408, σε ηλικία 38 ετών.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/534#ixzz3E4q0VvRd

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΕΞΙΟΣ Β' ΚΟΜΝΗΝΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 10 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1169

Αλέξιος Β’ Κομνηνός
1169 – 1183

 Αλέξιος Β’ Κομνηνός
Αλέξιος Β’ Κομνηνός: Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, που βασίλεψε για τρία χρόνια (1180 - 1183), αλλά δεν κυβέρνησε ποτέ. Ανήκε στη δυναστεία των Κομνηνών.
Ο Αλέξιος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις
10 Σεπτεμβρίου 1169 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού και της δεύτερης συζύγου του Μαρίας, κόρης του γάλλου πρίγκηπα της Αντιοχείας Ραϊμούνδου του Πουατιέ. Στις 2 Μαρτίου 1180 και για λόγους πολιτικής του πατέρα του, ο δεκαετής Αλέξιος παντρεύτηκε την οκταετή πριγκίπισσα Αγνή, κόρη του φράγκου βασιλιά Λουδοβίκου του 7ου, η οποία έλαβε το όνομα Άννα.
Λίγους μήνες αργότερα, στις
24 Σεπτεμβρίου 1180, ο Μανουήλ Α' πέθανε και τον διαδέχθηκε ο εντεκάχρονος γιος του, Αλέξιος. Επειδή ήταν ανήλικος τον κηδεμόνευε η βασιλομήτωρ Μαρία, η οποία γρήγορα τον παραγκώνισε, αναθέτοντας την εξουσία στον εραστή της Αλέξιο Πρωτοσέβαστο, εξάδελφο του αυτοκράτορα Αλέξιου Β'. Η απροκάλυπτα φιλοδυτική στάση της Μαρίας και του ευνοούμενού της, καθώς και η ασυδοσία των λατίνων εμπόρων (Γενουατών και Πισατών) που κυριαρχούσαν στο θαλάσσιο εμπόριο και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες στην αυτοκρατορία, προκάλεσαν την έξαρση των αντιδυτικών αισθημάτων του λαού και την αντίδραση της οικογένειας των Κομνηνών. Η ετεροθαλής αδελφή του ανήλικου αυτοκράτορα Μαρία Κομνηνή ή Πορφυρογέννητη και ο φράγκος σύζυγός της Καίσαρ Ιωάννης (Ρενιέ ντε Μονφερά, το γαλλικό όνομά του), προσπάθησαν να ξεσηκώσουν τον λαό της Κωνσταντινούπολης κατά του μισητού ζεύγους της Μαρίας και του Αλέξιου, αλλά απέτυχαν.
Τότε φάνηκε δυναμικά στο προσκήνιο ο Ανδρόνικος Κομνηνός, εξάδελφος του αποθανόντος αυτοκράτορα, που είχε πέσει σε δυσμένεια επί Μανουήλ Α', ως σφετεριστής του θρόνου και είχε απομακρυνθεί στον Πόντο. Με την προτροπή της Μαρίας Κομνηνής, την άνοιξη του 1182 στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα (σημερινό Καντίκιοϊ), στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, προκαλώντας στάση μέσα στη Βασιλεύουσα.
Ο Αλέξιος Πρωτοσέβαστος εγκαταλείφθηκε από τους υποστηρικτές του, αιχμαλωτίστηκε από τους στασιαστές και τυφλώθηκε. Παράλληλα, ξεκίνησε ένα πογκρόμ κατά των ρωμαιοκαθολικών ή λατίνων κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, που ανέρχονταν σε περίπου 60.000 και αποτελούνταν από εμπόρους και τις οικογένειές τους. Ανεξακρίβωτος αριθμός λατίνων κατεσφάγη από το μαινόμενο πλήθος, ενώ τουλάχιστον 4.000 πουλήθηκαν ως σκλάβοι στους Σελτζούκους Τούρκους. Οι διασωθέντες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Στις
3 Μαΐου 1182 ο Ανδρόνικος Κομνηνός εισήλθε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη ως προστάτης του ανήλικου ανηψιού του. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να δηλητηριάσει την Άννα Κομνηνή και τον σύζυγό της Καίσαρα Ιωάννη. Ακολούθως, συνέλαβε τη βασιλομήτορα Μαρία, την οποία υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια και ανέθεσε τον στραγγαλισμό της στον σωματοφύλακά του Κωνσταντίνο Τρίψυχο.
Ο Ανδρόνικος στέφθηκε συναυτοκράτορας και στις
24 Σεπτεμβρίου 1183 με διαταγή του δολοφονήθηκε ο 14χρονος αυτοκράτορας Αλέξιος Β' Κομνηνός. Τον στραγγάλισαν με τη χορδή ενός τόξου. Ο Ανδρόνικος αναγορεύθηκε σε αυτοκράτορα του Βυζαντίου ως Ανδρόνικος Α' Κομνηνός και για να νομιμοποιήσει την εξουσία του παντρεύτηκε τη χήρα του Αλέξιου Β', παρότι αυτός ήταν 65 ετών και η Άννα μόλις 13.
Τη δυναστική διαμάχη στο Βυζάντιο επί Αλεξίου Β' εκμεταλλεύτηκαν οι γείτονες της αυτοκρατορίας. Ο βασιλιάς των Ούγγρων Μπέλα ο 3ος, κατέλαβε περιοχές της Κάτω Πανονίας (σημερινή Βόρεια Σερβία και Βοσνία), η Βενετία τη Δαλματία και ο σουλτάνος των Σελτζούκων Τούρκων Κιλίτζ Αρσλάν ο 2ος προωθήθηκε δυτικότερα στη Μικρά Ασία, καταλαμβάνοντας το Κοτύαιον (σημερινή Κιουτάχεια) και τη Σωζόπολη της Πισιδίας.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/528#ixzz3CwfYckaM

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ζ' Ο ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟ 905

Κωνσταντίνος Ζ’ o Πορφυρογέννητος
905 – 959

 Κωνσταντίνος Ζ’ o Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Ζ’ o Πορφυρογέννητος: Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (913-959), της δυναστείας των Μακεδόνων. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' του Σοφού και της παλλακίδας του, Ζωής Καρβονοψίνας. Έμεινε στην ιστορία περισσότερο για τις επιδόσεις του στα γράμματα, παρά για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 905 στην πορφυρά αίθουσα του Παλατιού, που προοριζόταν για τα νόμιμα τέκνα των αυτοκρατόρων, γι' αυτό και έφερε το όνομα Πορφυρογέννητος. Ο ίδιος, όμως, ήταν νόθο τέκνο, το οποίο νομιμοποιήθηκε με τον επιγενόμενο γάμο των γονέων του, λίγο μετά τη γέννησή του. Ο γάμος αυτός δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στον Λέοντα, γιατί ήταν ο τέταρτός του, με συνέπεια να μην αναγνωρισθεί από την Εκκλησία και τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό. Ο αυτοκράτορας, με μία απλή κίνηση, έχρισε νέο Πατριάρχη τον Ευθύμιο, ο οποίος αναγνώρισε τον γάμο κι έχρισε τον εξάχρονο Κωνσταντίνο συμβασιλέας (911). Το 912 ο Λέων πέθανε και τον διαδέχθηκε στο θρόνο ο νεώτερος αδελφός του Αλέξανδρος, ο οποίος πέθανε ξαφνικά τον επόμενο χρόνο. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για τη στέψη του Κωνσταντίνου ως αυτοκράτορα στις 7 Ιουνίου του 913. Λόγω της ανηλικιότητάς του, όμως, τέθηκε υπό επιτροπεία, την οποία ασκούσαν ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός -που εν τω μεταξύ είχε επανέλθει στα καθήκοντά του μετά το θάνατο του Λέοντα- η βασιλομήτωρ Ζωή και οι μάγιστροι Στέφανος και Ιωάννης Ελλαδάς.
Κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Κωνσταντίνου (913-920), η Αυτοκρατορία αντιμετώπισε τις ηγετικές φιλοδοξίες του ηγεμόνα των Βουλγάρων Συμεών, που ήθελε να αναγορευθεί σε βασιλιά. Πρότεινε, μάλιστα, τον γάμο της κόρης του με τον ανήλικο Κωνσταντίνο. Η πρόταση απορρίφθηκε από τους επιτρόπους, γεγονός που εξόργισε τον βούλγαρο ηγεμόνα, ο οποίος απείλησε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (913), ενώ έφθασε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου, μετά τη νίκη του επί των Βυζαντινών στη Μάχη της Αγχιάλου (σημερινό Μπουργκάς). Από την αναταραχή αυτή επωφελήθηκε ο αρχηγός του στόλου Ρωμανός Λεκαπηνός, ο οποίος κατόρθωσε να αυξήσει την επιρροή του στο παλάτι, με τον γάμο της κόρης του Ελένης με τον δεκατετράχρονο πλέον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο το 919. Έλαβε, μάλιστα, τον τίτλο του βασιλεοπάτορα, που δινόταν για πρώτη φορά σε πεθερό αυτοκράτορα. Σταδιακά, ο Κωνσταντίνος παραμερίστηκε από την εξουσία, την οποία ασκούσε ο Ρωμανός ως αντιβασιλέας με τους τρεις γιους του. Παράλληλα, προώθησε στον Πατριαρχικό θρόνο τον τέταρτο γιο του Θεοφύλακτο, ενώ έκλεισε σε μοναστήρι τη βασιλομήτορα Ζωή. Για μια εικοσιπενταετία (920-945), ο Κωνσταντίνος ήταν τύποις μόνο αυτοκράτορας κι έτσι κατηύθυνε όλα τα ενδιαφέροντά του στη μελέτη και τη συγγραφή. Η διαμάχη στους κόλπους της οικογένειας Λεκαπηνού οδήγησε στον εγκλεισμό του Ρωμανού σε μοναστήρι και στην αντίδραση λαού και στρατού. Από την κατάσταση αυτή επωφελήθηκε ο Κωνσταντίνος κι έγινε και πάλι κύριος της εξουσίας στις 27 Ιανουαρίου 945, με την υποστήριξη της πανίσχυρης οικογένειας των Φωκάδων, που πολλά μέλη της υπηρέτησαν από διάφορες θέσεις την αυτοκρατορία (Λέων Φωκάς, Βάρδας Φωκάς, Νικηφόρος Φωκάς κ.ά.). Ο Κωνσταντίνος, αφού εξασφάλισε τα νώτα του από τους Βουλγάρους, με τους οποίους συνήψε συνθήκη ειρήνης, στράφηκε κατά των Αράβων, που απειλούσαν την αυτοκρατορία. Με τους ικανούς στρατηγούς του Βάρδα Φωκά, Νικηφόρο Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή κατόρθωσε να τους εξουδετερώσει. Ο στρατηγός Μαριανός Αργυρός διεύρυνε τη βυζαντινή επιρροή στην Ιταλία, ενώ ο ομόλογός του Λέων Αργυρός εξουδετέρωσε την ουγγρική απειλή.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συνήψε εμπορικές σχέσεις με τους Ρώσους, ενώ η βάπτιση της ηγεμονίδας της Ρωσίας Όλγας στον Χριστιανισμό διεύρυνε την επιρροή των Βυζαντινών στην αναδυόμενη αυτή περιοχή. Με τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανέκτησε την παλιά της ισχύ και ακτινοβολία και κατέκτησε την εσωτερική της γαλήνη. Χωρίς να είναι ο μεγάλος στρατηγός ή πολιτικός, ο Κωνσταντίνος είχε την ικανότητα να επιλέγει τους κατάλληλους συνεργάτες και να οριοθετεί τους σωστούς στόχους. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν οι πραγματείες «Ιστορική διήγησις του Βίου του Βασιλείου Α'», που αναφέρεται στη ζωή του παππού του Βασιλείου Α', ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας, «Προς τον ίδιον υιόν», με συμβουλές προς τον γιο του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ρωμανό Β', «Περί Βασιλείου Τάξεως, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή των ιστορικών σχετικά με το πολύπλοκο πρωτόκολλο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι και κυρίως η Αυτοκρατορική οικογένεια και το «Περί Θεμάτων», σχετικό με τη διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας. Άφησε, επίσης, στίχους, ποιήματα, λόγους και επιστολές. Το μεγάλο του ενδιαφέρον για την παιδεία επικεντρώθηκε στην αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου της Μαγναύρας, που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια στον κόσμο. Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος πέθανε στις 9 Νοεμβρίου 959. Έχουν εκφρασθεί υπόνοιες ότι ίσως να δηλητηριάστηκε, είτε από τον γιο και διάδοχό του Ρωμανό Β', είτε από τη νύφη του Θεοφανώ.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Ο ΜΑΝΟΥΗΛ Β' ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1350

Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος
1349 – 1425

Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος
 
Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος. Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1391-1425), από τους πιο αξιόλογους της δυναστείας των Παλαιολόγων. Όλα τα χρόνια της εξουσίας του προσπάθησε να αντιμετωπίσει την Οθωμανική απειλή, αλλά ήταν φανερό ότι η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία που είχε συρρικνωθεί σημαντικά και έπνεε τα λοίσθια δεν είχε τις δυνάμεις να αντισταθεί και να αντιστρέψει την κατάσταση. Συνέβαλε και ο ίδιος στην εξέλιξη αυτή, καθώς δεν αξιοποίησε τις ευκαιρίες που του παρουσιάσθηκαν.
Ο Μανουήλ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Ιουνίου 1350 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου και της Ελένης Κατακουζηνής. Έλαβε αξιόλογη μόρφωση και από νεαρή ηλικίας αναμίχθηκε στα κοινά, σε μια περίοδο που η Αυτοκρατορία μαστιζόταν από ενδοοικογενειακές δυναστικές έριδες. Επιπλέον, ρόλο στις υποθέσεις του Βυζαντίου είχαν και οι ξένοι (Γενουάτες, Ενετοί και Οθωμανοί), που έπαιρναν το μέρος της μίας ή της άλλης μερίδας για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
Ο Μανουήλ ανήλθε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του στις 16 Φεβρουαρίου 1391 σε ηλικία 42 χρόνων, αφού προηγουμένως είχε εξουδετερώσει τις προσπάθειες συγγενών του να του αμφισβητήσουν την τάξη διαδοχής. Από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του η οθωμανική πίεση γινόταν όλο και πιο έντονη. Η κατάσταση έγινε απελπιστική, όταν το 1394 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α' ξεκίνησε την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, που κράτησε έως το 1402. Εν τω μεταξύ, μια σταυροφορία υπό τον Βασιλιά της Ουγγαρίας Σιγισμούνδο απέτυχε να βοηθήσει τους Βυζαντινούς, καθώς ο στρατός του ηττήθηκε από τις δυνάμεις του Βαγιαζήτ στη Μάχη της Νικόπολης (σημερινή Βουλγαρία) στις 25 Σεπτεμβρίου 1396.
Ο Μανουήλ σε προφανή αδυναμία εμπιστεύτηκε τις τύχες της Αυτοκρατορίας στον ανιψιό του Ιωάννη Ζ' Παλαιολόγο, με τον οποίο είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του, και αναχώρησε το 1399 σε μια πολύχρονη περιοδεία στις Αυλές της Δυτικής Ευρώπης, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια. Επισκέφθηκε τη Βενετία, το Παρίσι και το Λονδίνο, με πενιχρά αποτελέσματα. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που βυζαντινός αυτοκράτορας επισκεπτόταν την Αγγλία. Οι ντόπιοι χρονικογράφοι εντυπωσιάσθηκαν από τη μόρφωση, την ευγενική μορφή και την αρχοντιά του Μανουήλ, που «άλλαζε άλογα και δεν καταδεχόταν να πατήσει στο χώμα».
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Βαγιαζήτ έλυσε την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, καθώς αντιμετώπιζε την απειλή των Μογγόλων του Ταμερλάνου. Στην αποφασιστική μάχη της Αγκύρας (20 Ιουλίου 1402), ο Ταμερλάνος νίκησε τους Οθωμανούς και έδωσε ανάσα ζωής για μισό ακόμη αιώνα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Μανουήλ δεν επωφελήθηκε της ταπείνωσης που υπέστησαν οι Οθωμανοί και υπέγραψε μαζί τους συνθήκη ειρήνης με ελάχιστα οφέλη (1403).
Ο νέος σουλτάνος Μωάμεθ Α' διατήρησε φιλικές σχέσεις με τον Μανουήλ. Έως το 1421 επεκράτησε ύφεση στις σχέσεις Βυζαντινών και Οθωμανών και η εξέλιξη αυτή βοήθησε τον Μανουήλ να επισκεφθεί τη Θεσσαλονίκη (1415) και την Πελοπόννησο. Άλλωστε, αυτές οι περιοχές μαζί με την ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης συγκροτούσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία των ημερών του. Κατά την περίοδο αυτή αναγέρθηκε το Εξαμίλλιο Τείχος στον Ισθμό για την προστασία της Πελοποννήσου, στην οποία δέσποζε το Δεσποτάτο του Μυστρά, το οποίο διοικούσαν Παλαιολόγοι.
Από το 1421 ο Μανουήλ Β' συμβασίλευε με τον γιο του Ιωάννη Ε', στον οποίο είχε εκχωρήσει σχεδόν όλες τις εξουσίες. Τον επόμενο χρόνο, ο διάδοχος του Μωάμεθ Α', Μουράτ Β', διέκοψε τις φιλικές σχέσεις με το Βυζάντιο και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Το 1423 εισέβαλε με τον στρατό του στη νότια Ελλάδα, κατέστρεψε το Εξαμίλλιο Τείχος και λεηλάτησε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου. Έτσι, ο Μανουήλ υπέγραψε μια ταπεινωτική συνθήκη ειρήνης μαζί του, με την οποία ανεγνώριζε την υποτέλεια του Βυζαντίου στον σουλτάνο.
Ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος πέθανε στις 21 Ιουλίου 1425, αφού προηγουμένως είχε ασπασθεί τον μοναχισμό με το όνομα Ματθαίος. Από τον γάμο του με την Έλενα Δραγάση, κόρη του σέρβου πρίγκηπα Κοντσταντίν Ντράγκατς, απέκτησε έξι αγόρια, δύο από τα οποία έγιναν αυτοκράτορες (Ιωάννης Η' και Κωνσταντίνος ΙΑ', ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου), ενώ απέκτησε και μία εξώγαμη κόρη, την Ισαβέλλα. Άφησε πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, αποτελούμενο από επιστολές, ποιήματα, βίους Αγίων, θεολογικά και ρητορικά δοκίμια.
Ο Μανουήλ Β' επανήλθε στο προσκήνιο στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, όταν ο Πάπας Βενέδικτος ο 16ος σε μια ομιλία του στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκεσπουργκ, στο οποίο υπήρξε καθηγητής θεολογίας, αναφέρθηκε σε μια ρήση του Μανουήλ από το βιβλίο του «26 Διάλογοι με ένα Πέρση».
Συνομιλώντας ο αυτοκράτορας με έναν πέρση μουσουλμάνο λόγιο, του λέει: «Δείξε μου τι καινούριο έφερε στον κόσμο ο Μωάμεθ και θα συναντήσεις μόνο σατανικές και απάνθρωπες ιδέες, όπως η επιταγή του να εξαπλωθεί η πίστη που δίδαξε διά πυρός και σιδήρου». Η αναφορά αυτή του Ποντίφικα προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών από του Μουσουλμάνους και ανάγκασε το Βατικανό να αναδιπλωθεί.