ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡ. ΚΩΤΙΔΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΓΑΥΓΑΜΗΛΩΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 331 π.Χ.

Η Μάχη των Γαυγαμήλων

Φλαμανδική ταπισερί, πρώτο μισό του 18ου αιώνα
Φλαμανδική ταπισερί, πρώτο μισό του 18ου αιώνα
Η Μάχη των Γαυγαμήλων: Η πλέον αποφασιστική μάχη που έδωσε ο Μέγας Αλέξανδρος εναντίον των Περσών. Συνήφθη την 1η Οκτωβρίου 331 π.Χ. στα Γαυγάμηλα, μία πεδινή περιοχή, την οποία μπορούμε να την προσδιορίσουμε σήμερα μεταξύ Μοσούλης και Αρμπίλ στο Ιράκ.
Μετά τη νίκη του επί του Δαρείου στην Ισσό (333 μ.Χ.), ο Αλέξανδρος δεν επεδίωξε να καταδιώξει τον πέρση βασιλιά. Αντ' αυτού, πορεύθηκε προς το Νότο, κατά μήκος των παραλίων της Μεσογείου, και στη συνέχεια προς τη Συρία. Τότε έστειλε τον Παρμενίωνα να καταλάβει τη Δαμασκό, όπου εφυλάσσοντο οι θησαυροί της Αυτοκρατορίας. Οι θησαυροί αυτοί ήταν απολύτως αναγκαίοι στους Μακεδόνες, καθώς θα έλυναν τα οικονομικά προβλήματα της εκστρατείας.
Ο Δαρείος, από την πλευρά του, έστειλε απεσταλμένους στον Αλέξανδρο, με σκοπό να τον πείσουν να αφήσει ελεύθερη τη βασιλική οικογένεια, η οποία είχε συλληφθεί μετά τη
Μάχη της Ισσού και να συναφθεί ειρήνη. Ο Αλέξανδρος τους υπενθύμισε ότι είχε έλθει στην Ασία για να τους τιμωρήσει για τα αδικήματα που είχαν διαπράξει οι πρόγονοί τους κατά των Ελλήνων και τους επισήμανε ότι αν ο Δαρείος ήθελε κάτι, καλά θα έκανε να έλθει αυτοπροσώπως και να το ζητήσει από τον «Βασιλιά της Ασίας», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του.
Ο Δαρείος έστειλε νέα πρεσβεία, με σκοπό να του προσφέρει 10.000 τάλαντα για την απελευθέρωση της οικογένειάς του και να του παραχωρήσει την έκταση από τον Ευφράτη ως τα μεσογειακά παράλια. Ο Αλέξανδρος απέρριψε την πρόταση. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ο στρατηγός του, Παρμενίων, του είπε: «Εγώ θα δεχόμουν, αν ήμουν ο Αλέξανδρος». Και ο Αλέξανδρος του απάντησε: «Και εγώ θα δεχόμουν, αν ήμουν ο Παρμενίων». Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος βάδισε κατά της Αιγύπτου, την οποία κατέλαβε χωρίς μεγάλη αντίσταση και ίδρυσε την Αλεξάνδρεια το 331 π.Χ.
Αφού απέτυχε να εξευμενίσει τον Αλέξανδρο, ο Δαρείος κατάλαβε ότι μόνο με τα όπλα θα μπορούσε να υπερασπίσει τη θνήσκουσα αυτοκρατορία του. Συγκέντρωσε μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς, αν και οι αριθμοί αυτοί είναι υπερβολικοί... Το σίγουρο είναι ότι ήταν πολυπληθέστεροι των Μακεδόνων και των συμμάχων τους, που αριθμούσαν 40.000 οπλίτες και 7.000 ιππείς. Στο στρατό του Δαρείου συμμετείχαν 20.000 Έλληνες μισθοφόροι, ενώ δρεπανηφόρα άρματα και 50 πολεμικοί ελέφαντες συμπλήρωναν τον βαρύ οπλισμό του.


Ο Δαρείος διάλεξε την ανοιχτή πεδιάδα των Γαυγαμήλων, προκειμένου να αντιπαρατεθεί για δεύτερη φορά με τον Αλέξανδρο. Εκεί, η τεράστια περσική στρατιά θα μπορούσε να ελιχθεί με άνεση και να εκμεταλλευτεί τον όγκο της. Ο Αλέξανδρος έφθασε στο πεδίο της μάχης στα τέλη Σεπτεμβρίου, αφού οι δυνάμεις του διάβηκαν τον Τίγρη και τον Ευφράτη, χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση.
Στο πεδίο της μάχης, ο Δαρείος με τους επίλεκτους οπλίτες του κάλυπταν το κέντρο της παράταξης του περσικού στρατού. Στην αριστερή πτέρυγα είχαν τοποθετηθεί το ιππικό, με επικεφαλής τον σατράπη Βήσσο, και τα δρεπανηφόρα άρματα. Στα δεξιά, ο σατράπης Μαζαίος είχε υπό τας διαταγάς του δυνάμεις ιππικού και χιλιάδες μισθοφόρους, ανάμεσά τους και τους Έλληνες. Ο Αλέξανδρος ανέλαβε τη δεξιά πτέρυγα του στρατεύματός του και ο Παρμενίων την αριστερή.
Ο Αλέξανδρος εφάρμοσε ένα νέο στρατήγημα. Προκάλεσε το ιππικό των Περσών να επιτεθεί πρώτο προς την πλευρά του, με σκοπό να εκμεταλλευθεί το κενό που θα δημιουργηθεί μεταξύ των γραμμών του εχθρού και να επιτεθεί στο κέντρο της παράταξής τους, όπου ευρίσκετο ο Δαρείος με τους επίλεκτους οπλίτες του. Την υλοποίηση του σχεδίου θα αναλάμβαναν οι φάλαγγες και το ιππικό των Εταίρων, που θα σχημάτιζαν μία μεγάλη σφήνα, με τον ίδιο τον Αλέξανδρο στην κορυφή.
Το σχέδιο εκτελέσθηκε κατά γράμμα και ο Δαρείος βρέθηκε απομονωμένος, αφού ο Βήσσος, που κατείχε την αριστερή πτέρυγα, αποκόπηκε και ετράπη σε φυγή. Ακολούθησε ο Δαρείος, τον οποίον, όμως, δεν καταδίωξε ο Αλέξανδρος, καθώς επέλεξε να βοηθήσει τον Παρμενίωνα, που αντιμετώπιζε προβλήματα με τον Μαζαίο και τις δυνάμεις του. Όμως, ο πέρσης σατράπης γρήγορα αντελήφθη το μάταιο της προσπάθειάς του και υποχώρησε με τις δυνάμεις του. Οι Πέρσες άφησαν ανυπολόγιστο αριθμό νεκρών επί του πεδίου της μάχης, ενώ οι Μακεδόνες από 100 έως 3.000, σύμφωνα με τις διάφορες πηγές. Οι άνδρες του Αλέξανδρου πήραν ως λάφυρα 4.000 τάλαντα από τη σκηνή του Δαρείου, το άρμα του και το προσωπικό του τόξο, καθώς και τους πολεμικούς ελέφαντες, που δεν έπαιξαν κανένα ρόλο στη μάχη.
Ο Αλέξανδρος μπήκε θριαμβευτικά στη Βαβυλώνα και ανακηρύχθηκε «Μεγάλος Βασιλεύς». Ο Δαρείος κατέφυγε στα βουνά της Μηδίας, με σκοπό να ανασυγκροτήσει τον στρατό του και να επιτεθεί εκ νέου στον Αλέξανδρο. Δεν πρόλαβε, καθώς ο Βήσσος, που εποφθαλμιούσε το θρόνο, τον έπιασε αιχμάλωτο και τον σκότωσε το 330 μ.Χ. Ήταν, όμως, αργά γι' αυτόν .Ο Αλέξανδρος ήταν ο κυρίαρχος της Ασίας και της Μεγάλης Περσικής Αυτοκρατορίας.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/175#ixzz3Euptjl5w

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 480 π.Χ.

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας

 Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας: Ονομαστή ναυμαχία της αρχαιότητας, που διεξήχθη στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. (υπάρχει και η εκδοχή της 22ας Σεπτεμβρίου) στο στενό της Σαλαμίνας, κατά την οποία οι Έλληνες, με μικρές δυνάμεις, αλλά με άριστη τακτική, κατατρόπωσαν τον πανίσχυρο στόλο των Περσών.
Μετά την πτώση των Θερμοπυλών, οι Πέρσες του Ξέρξη προχώρησαν προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβαν εύκολα, γιατί οι Αθηναίοι την είχαν εγκαταλείψει. Είχαν πάρει χρησμό από το μαντείο των Δελφών, πως μόνο «τα ξύλινα τείχη» θα τους έσωζαν και τέτοια θεώρησαν τα καράβια τους, στα οποία και κατέφυγαν. Μερικοί μόνο γέροντες, μη θέλοντας να ακούσουν τον Θεμιστοκλή ότι τα «ξύλινα τείχη» ήταν τα καράβια, έμειναν στην Αθήνα, κλείστηκαν στην Ακρόπολη κι έφτιαξαν γύρω πραγματικά ξύλινα τείχη. Όπως ήταν επόμενο, όταν έφθασαν οι Πέρσες, τούς σκότωσαν κι έκαψαν την Αθήνα. Σχεδόν με την είσοδο των Περσών στην Αθήνα, αγκυροβόλησε στον όρμο του Φαλήρου και ο περσικός στόλος, έχοντας παραπλεύσει την Εύβοια και το Σούνιο.
Οι Αθηναίοι, αφού μετέφεραν τα γυναικόπαιδα για περισσότερη ασφάλεια στην Αίγινα, μπήκαν στα καράβια τους και προετοιμάστηκαν για την αναμέτρηση με τους Πέρσες. Το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων, που έγινε στη Σαλαμίνα, υπήρξε θυελλώδες. Ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης πρότεινε να δοθεί η ναυμαχία στον Ισθμό της Κορίνθου, με κυριότερο επιχείρημα ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα μπορούσαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της  Πελοποννήσου και να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα. Μαζί του συντάχθηκαν και οι Κορίνθιοι. Ο Αθηναίος Θεμιστοκλής επέμενε να γίνει η ναυμαχία στη Σαλαμίνα και μαζί του συντάχθηκαν οι Μεγαρείς και οι Αιγινήτες. Πίστευε ότι εάν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις αγωνίζονταν σε ανοιχτή θάλασσα με τον τεράστιο σε όγκο περσικό στόλο δεν είχαν καμία ελπίδα νίκης, ενώ αντίθετα ήταν ιδανικό μέρος για τη ναυμαχία το στενό της Σαλαμίνας, όπου τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν.
Κατά τη διάρκεια του συμβουλίου, η ένταση ξεπέρασε τα όρια και μεταξύ των αρχηγών των Ελλήνων ανταλλάχτηκαν βαριές εκφράσεις. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος ειρωνεύτηκε τον Θεμιστοκλή, λέγοντάς του ότι δεν έχει πια πατρίδα, γιατί την Αθήνα την είχαν κυριεύσει οι Πέρσες. Ο Θεμιστοκλής, όμως, του απάντησε περήφανα: «εστίν ημίν πατρίς αι διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι», γιατί από τα τριακόσια ελληνικά πλοία, τα διακόσια ήταν αθηναϊκά. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε μια στιγμή έντασης, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης σήκωσε τη ράβδο του για να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Εκείνος, τότε, ατάραχος τον αποστόμωσε με το περίφημο: «Πάταξον μεν, άκουσον δε».



Ο Ευρυβιάδης μπορεί να ήταν τυπικά ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, αλλά ο Θεμιστοκλής ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Για να επιταχύνει τη ναυμαχία μεταχειρίσθηκε το εξής τέχνασμα: Έστειλε κρυφά στους Πέρσες τον παιδαγωγό του Σίκινο να τους πει ότι δήθεν οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν από τη Σαλαμίνα κι αν θέλουν να τους νικήσουν να τρέξουν να τους προλάβουν. Ό Ξέρξης έπεσε στην παγίδα και διέταξε να κυκλώσουν τον ελληνικό στόλο και να αποκλείσουν τη δίοδο υποχώρησής του προς τον Ισθμό της Κορίνθου. Κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, ο πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή κι εξόριστος στην Αίγινα Αριστείδης πέρασε τις γραμμές των Περσών με κίνδυνο τής ζωής του κι έφθασε στο πλοίο του Θεμιστοκλή. Αφού του αποκάλυψε τις κινήσεις του περσικού στόλου, του ανακοίνωσε ότι τώρα που ή πατρίδα τους βρίσκεται σε κίνδυνο ξεχνάει κάθε έχθρα που είχε μαζί του και δέχεται να πολεμήσει ως απλός στρατιώτης κάτω από τις διαταγές του.
Οι Πέρσες παρέταξαν γύρω στα 1.200 πολεμικά πλοία, αν και νεώτερες πηγές τα υπολογίζουν από 600 έως 800, ενώ οι Έλληνες περίπου 371 τριήρεις, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Την αυγή της 28ης ή
29ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. οι δύο στόλοι βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο, έτοιμοι για ναυμαχία. Ο Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη του, καθόταν σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, για να απολαύσει το πολεμικό θέαμα. Πρώτοι όρμησαν οι Έλληνες, ψάλλοντες τον παιάνα: «Ω παίδες Ελλήνων ίτε, ελευθερούτε, πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων·νυν υπέρ πάντων αγών». Άρχισε, τότε, ένας αγώνας άγριος, σκληρός και φοβερός. Τα πολεμικά τραγούδια των Ελλήνων, οι σάλπιγγες, οι πολεμικές κραυγές, οι κρότοι από τα τρομερά έμβολα, οι φωτιές που πετούσαν οι Έλληνες στα περσικά καράβια, οι καπνοί, αλλά προπάντων η ναυτική τέχνη, η παλικαριά και η γενναιότητα των Αθηναίων και των Αιγινητών κατατρόμαξαν τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Φοίνικες. Μέχρι το μεσημέρι, η νίκη άρχισε να γέρνει προς τη μεριά των Ελλήνων. Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα, ώσπου το βράδυ η θάλασσα ήταν γεμάτη από ξύλα και περσικά κορμιά. Οι Πέρσες είχαν νικηθεί. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40. Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ο Αριστείδης σε μια παράλληλη επιχείρηση αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με ομάδα επίλεκτων Αθηναίων οπλιτών και εξόντωσε την περσική φρουρά, που είχε αναπτυχθεί στη νησίδα του Σαρωνικού. Ο Ξέρξης, ντροπιασμένος από την ήττα, κατέφυγε με τα υπολείμματα του στόλου του στον Ελλήσποντο. Στην Ελλάδα παρέμεινε ο στρατηγός του Μαρδόνιος με 300.000 άνδρες για τη συνέχιση του αγώνα. Οι Πέρσες δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη. Η περίλαμπρη νίκη των Ελλήνων οφείλεται εν πολλοίς στο στρατηγικό δαιμόνιο του Θεμιστοκλή και στην ανώτερη ναυτική τέχνη των Ελλήνων. Στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές. Όταν κάποτε προσήλθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως θεατής, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον αποθέωσαν ως σωτήρα της Ελλάδας.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/837#ixzz3EjVJWPsN



Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ ΙΕ΄ (ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ) ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 30 π.Χ.

Πτολεμαίος ΙΕ’ (Καισαρίων)
47 π.Χ. – 30 π.Χ.

 Πτολεμαίος ΙΕ’


Πτολεμαίος ΙΕ’ (Καισαρίων): Ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Πτολεμαίων, που κυβέρνησε την Αίγυπτο για περίπου 300 χρόνια (328 π.Χ. - 30 π.Χ.). Ήταν περισσότερο γνωστός ως Καισαρίων (μικρός Καίσαρας). Ο πρόγονός του και ιδρυτής της δυναστείας Πτολεμαίος Α' Σωτήρ ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ Φιλομήτωρ Καίσαρ, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του ονόματός του, γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 47 π.Χ. και ήταν καρπός του έρωτα του Ιουλίου Καίσαρα με τη βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα Ζ'. Το 48 π.Χ, ο Ρωμαίος στρατηλάτης βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια για να μεσολαβήσει ως επιδιαιτητής στη δυναστική διαμάχη που είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο μεταξύ της Κλεοπάτρας και του αδελφού της Πτολεμαίου ΙΓ'. Δύο χρόνια αργότερα, το 46 π.Χ, η Κλεοπάτρα επισκέφθηκε τη Ρώμη και ο Ιούλιος Καίσαρ αναγνώρισε επίσημα τον Καισαρίωνα ως γιο του. Ο ίδιος ήταν νυμφευμένος με την Καλπουρνία (την τρίτη σύζυγό του), αλλά δεν είχαν παιδιά. Στόχος της Κλεοπάτρας ήταν να καταστήσει τον Καισαρίωνα διάδοχο του Ιουλίου Καίσαρα, σε μια περίοδο που η Ρώμη μετασχηματιζόταν σε αυτοκρατορία.
Το 44 π.Χ, ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονείται από τον Κάσσιο και τον Βρούτο και η Κλεοπάτρα αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Ρώμη. Λίγο αργότερα πεθαίνει και ο συμβασιλέας αδελφός της Πτολεμαίος ΙΔ' και ο τρίχρονος Καισαρίων τον διαδέχεται στο αξίωμα. Το 41 π.Χ. η Κλεοπάτρα ενώνει τις τύχες της με τον Μάρκο Αντώνιο, εταίρο της τριανδρίας που κυβερνούσε τη Ρώμη. Μετά τις εμφύλιες διαμάχες και τη συντριπτική ήττα του Αντωνίου στο Άκτιο το 31 π.Χ. από τον εταίρο του στην τριανδρία Οκταβιανό (τον μετέπειτα Αύγουστο), η Κλεοπάτρα για να προφυλάξει τον Καισαρίωνα, τον έστειλε στην Ινδία μέσω Αιθιοπίας, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Το 30 π.Χ. ο Οκταβιανός καταλαμβάνει χωρίς δυσκολία την Αίγυπτο και οι δύο εραστές, Αντώνιος και Κλεοπάτρα, αυτοκτονούν. Θέλοντας να διασφαλίσει τη μελλοντική του εξουσία, ο Οκταβιανός πείθει τον έφηβο πλέον Καισαρίωνα να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και στις
30 Αυγούστου του 30 π.Χ. δίνει εντολή να τον δολοφονήσουν. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στην απόφασή του αυτή τον επηρέασε ο μυστικοσύμβουλός του Άρειος Δίδυμος, που του είπε «ουκ αγαθόν πολυκαισαρίη», εννοώντας ότι δύο Καίσαρες δεν χωράνε στη Ρώμη. Έτσι, εκλείπει και ο τελευταίος γόνος της δυναστείας των Πτολεμαίων και η Αίγυπτος γίνεται ρωμαϊκή επαρχία.

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 9 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ 441 π.Χ. ΕΓΚΑΘΙΣΤΑΤΑΤΑΙ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Πραξικόπημα στην Αρχαία Αθήνα


Ολιγαρχικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), που ανέτρεψε το δημοκρατικό πολίτευμα στην αρχαία Αθήνα και εγκαθίδρυσε τη λεγόμενη «Αρχή των 400». Εκδηλώθηκε την 14η του μηνός Θαργηλιώνος (9 Ιουνίου) του 411 π.Χ.
Μετά την καταστροφική εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία (415-413πΧ), το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα άρχισε να κλονίζεται. Οι πλούσιοι κάτοικοί της, που επωμίζονταν τις δαπάνες του πολέμου, αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες και σχεδίαζαν την ανατροπή του και την εγκαθίδρυση ολιγαρχικού πολιτεύματος. Δεν δίσταζαν, μάλιστα, να καταφύγουν στην τρομοκρατία, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Επιφανείς ηγέτες των δημοκρατικών, όπως ο Ανδροκλής, δολοφονήθηκαν από ομάδες νεαρών αριστοκρατών.
Το ολιγαρχικό κίνημα είχε ως ιθύνοντα νου τον δεινό ρήτορα Αντιφώντα, που δρούσε κυρίως από το παρασκήνιο. Άλλες σημαντικές προσωπικότητες των ολιγαρχικών ήταν οι δημαγωγοί Φρύνιχος και Πείσανδρος, άλλοτε θανάσιμοι αντίπαλοι και τώρα σύμμαχοι προ του κοινού σκοπού, και ο μετριοπαθής Θηραμένης. Οι ολιγαρχικοί ζητούσαν περικοπή δαπανών και περιορισμό των ενεργών πολιτών σε αυτούς μόνο που «χρήμασι και σώμασι» ήταν σε θέση να ωφελούν την πόλη. Γι’ αυτούς ήταν ο μόνος τρόπος να σωθεί η Αθήνα, που είχε απολέσει το στρατιωτικό πλεονέκτημα στην αναμέτρησή της με τη Σπάρτη.
Οι συνωμότες κέρδισαν αρχικά την Εκκλησία του Δήμου, όταν ανακοίνωσαν ότι η Περσία ήταν διατεθειμένη να βοηθήσει οικονομικά την Αθήνα με την μεσολάβηση του Αλκιβιάδη. Όταν, όμως, αυτός δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, οι ολιγαρχικοί δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω, σε μια Αθήνα που βρισκόταν σε έκρυθμη κατάσταση. Συγκάλεσαν την Εκκλησία του Δήμου και πρότειναν να δημιουργηθεί με μικτό σύστημα διορισμού και εκλογής η Βουλή των 400, που θα είχε απόλυτες εξουσίες, ενόσω διαρκούσε ο πόλεμος. Η Βουλή αυτή θα μπορούσε να συμβουλεύεται ένα σώμα 5.000 πολιτών, όποτε το θεωρούσε αναγκαίο.
Οι 400, που αποτελούνταν κυρίως από ακραίους ολιγαρχικούς, δεν ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν την εξουσία με τους πεντακισχιλίους. Επέβαλαν τη θέλησή τους και διέλυσαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή των 500. Η κατάλυση της Δημοκρατίας είχε επιτελεσθεί.
Οι πραξικοπηματίες δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη δύναμή τους, αν δεν είχαν τη συγκατάθεση του πανίσχυρου αθηναϊκού στόλου, που εκείνη την περίοδο ναυλοχούσε στη Σάμο. Δεν το πέτυχαν, γεγονός που συνετέλεσε στο θνησιγενές του εγχειρήματός τους. Τα πληρώματα μόλις έμαθαν για το κίνημα στην Αθήνα, ορκίστηκαν πίστη στη δημοκρατία, καθαίρεσαν τους αρχηγούς τους και εξέλεξαν νέους. Ο  Θρασύβουλος και ο Θράσυλος ήταν δύο από αυτούς. Οι νέοι ηγέτες του στόλου ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη και διακήρυξαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τον πόλεμο κατά της Σπάρτης.
Στην Αθήνα, η νέα ολιγαρχική διακυβέρνηση υπέφερε εξ αρχής από εσωτερικά προβλήματα, καθώς στους κόλπους της ξέσπασε διαμάχη μεταξύ μετριοπαθών και ακραίων στοιχείων. Οι μετριοπαθείς, με αρχηγό τον Θηραμένη, ζητούσαν την αντικατάσταση των 400 με ένα διευρυμένο ολιγαρχικό σώμα των 5.000, στο οποίο θα συμμετείχαν και εκπρόσωποι από τις κατώτερες τάξεις (ζευγίτες και άνω). Ευρισκόμενοι υπό πίεση, οι ακραίοι ολιγαρχικοί υπό τον Φρύνιχο ήταν έτοιμοι να συνάψουν ειρήνη με τους Σπαρτιάτες, θυσιάζοντας την ηγεμονία, ακόμη και την ανεξαρτησία της πόλης. Παράλληλα, άρχισαν να τειχίζουν την Ηιετιώνεια χερσόνησο (σημερινή Δραπετσώνα), στην είσοδο του Πειραιά. Οι διαδόσεις του Θηραμένη, ότι το οχυρό προοριζόταν να διευκολύνει την απόβαση των Σπαρτιατών, προκάλεσε την αντίδραση των οπλιτών, οι οποίοι το κατεδάφισαν. Θύμα των διαδόσεων αυτών έπεσε και ο Φρύνιχος, ο οποίος δολοφονήθηκε.
Μετά την εξέλιξη αυτή, οι μετριοπαθείς ολιγαρχικοί πήραν το πάνω χέρι και εγκατέστησαν την «αρχή των 5.000» τον Σεπτέμβριο του 411 π.Χ. Ο Θουκυδίδης εγκωμιάζει το νέο πολίτευμα, που αποτελούσε συνδυασμό ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Από τους ηγέτες των ακραίων ολιγαρχικών, ο Αντιφών καταδικάσθηκε σε θάνατο και ήπιε το κώνειο, ενώ o Πείσανδρος κατέφυγε στους Σπαρτιάτες. Η δημοκρατία στην Αθήνα αποκαταστάθηκε τον Ιούνιο του 410 π.Χ, μετά τη διπλή νίκη του αθηναϊκού στόλου στην Κύζικο.